Με αφορμή την υπόθεση διαφθοράς στην Ουκρανία επανέρχεται στο προσκήνιο μια μεγάλη παρεξηγημένη πραγματικότητα της μετασοβιετικής εποχής: η διαφθορά δεν είναι χαρακτηριστικό λαών· είναι εργαλείο ισχύος. Και κάθε προσπάθεια οικοδόμησης θεσμών δεν υπήρξε ποτέ τεχνική μεταρρύθμιση, αλλά σύγκρουση με παράλληλα κέντρα δύναμης που διαμόρφωσαν κράτη επί τρεις δεκαετίες.
Το τελευταίο σκάνδαλο στο Κίεβο προκάλεσε τις συνήθεις αντιδράσεις περί «παθογένειας», «αδυναμίας εξυγίανσης» και «κουλτούρας διαφθοράς». Είναι η εύκολη οπτική — και η λάθος. Όταν ένα σύστημα είναι απόλυτο και αδιαμφισβήτητο, δεν παράγει σκάνδαλα. Τα σκάνδαλα εμφανίζονται όταν η κάλυψη αρχίζει να υποχωρεί. Η διαφθορά γίνεται ορατή όχι όταν κυριαρχεί, αλλά όταν απειλείται.
Μετά το 1991, το μονοκομματικό σοβιετικού τύπου κράτος δεν εξαφανίστηκε· απλώς άλλαξε μηχανισμούς. Οι δομές εξάρτησης, επιρροής και εύνοιας δεν καταργήθηκαν — ιδιωτικοποιήθηκαν. Ένα νέο πλέγμα αναδύθηκε, συνδέοντας οικονομικούς παράγοντες, μυστικές υπηρεσίες, πολιτικούς μεσάζοντες, επιχειρηματικούς ομίλους και, όπου χρειαζόταν, τοπικές εγκληματικές ομάδες. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς «διαφθορά». Ήταν ένα παράλληλο σύστημα ισχύος που μπορούσε σχεδόν να καθορίζει κυβερνήσεις, δημόσιες συμβάσεις, στρατηγικούς προσανατολισμούς και συμμαχίες.
Σε κάθε χώρα το δίκτυο εκδηλώθηκε από διαφορετική διαδρομή: κάπου από τις αμυντικές προμήθειες, κάπου από τις τράπεζες, αλλού από τις κατασκευές ή τα ιδιωτικοποιημένα ΜΜΕ. Όμως το υπόδειγμα ήταν ενιαίο: δεν επρόκειτο για σκόρπια κυκλώματα αλλά για σύστημα — και το σύστημα είχε έναν πυρήνα. Στη μετασοβιετική σφαίρα, αυτός ο πυρήνας ήταν η ενέργεια. Όχι γιατί η ενέργεια είναι εγγενώς διεφθαρμένη, αλλά γιατί προσφέρει την ισχυρότερη μορφή εξάρτησης.
Η ενέργεια για τη Μόσχα δεν ήταν ποτέ απλό εμπόρευμα. Ήταν μέθοδος πολιτικού ελέγχου — δίαυλος πρόσβασης και πειθάρχησης. Όταν ένα κράτος είχε ευνοϊκούς όρους, γινόταν προβλέψιμος φίλος. Όταν ένα κράτος σκεφτόταν, ή πολύ περισσότερο επιχειρούσε, να διαφοροποιηθεί, εμφανίζονταν «τεχνικές δυσκολίες», απότομες αυξήσεις τιμών, καθυστερήσεις, κρίσεις. Δεν ήταν το φυσικό αέριο που κυβερνούσε — ήταν οι όροι κάτω από τους οποίους παρεχόταν.
Έχω ζήσει αρκετά ώστε να μην μιλώ θεωρητικά. Σε συζητήσεις με ανώτερα στελέχη της ρωσικής ενεργειακής ελίτ σχετικά με τις έρευνες για το αμερικανικό σχιστολιθικό αέριο και την πιθανή εμπορική του εκμετάλλευση, θυμάμαι χαμόγελα σιγουριάς που όμως δύσκολα έκρυβαν ανησυχία. Όχι επειδή φοβούνταν τη μελλοντική παγκόσμια παραγωγή, αλλά επειδή καταλάβαιναν τι θα σήμαινε η απώλεια του μονοπωλίου της εξάρτησης. Δεν απειλούνταν τα έσοδα· απειλούνταν το εργαλείο ισχύος.
Κάθε χώρα που προσπάθησε να αποκοπεί από αυτό το σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπη όχι με «αντιδράσεις συμφερόντων», αλλά με άμυνα ολόκληρου μηχανισμού. Οι άνθρωποι που έγιναν επικίνδυνοι δεν ήταν όσοι είχαν αντίθετες ιδέες — ήταν όσοι μπορούσαν να τεκμηριώσουν τις ροές χρημάτων και επιρροής. Και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που το πλήρωσαν με την καριέρα τους ή με τη ζωή τους.
Κάποια κράτη της περιοχής κατάφεραν τελικά να αποδυναμώσουν το παράλληλο σύστημα μέσω ένταξης στην ΕΕ και ενίσχυσης των θεσμών τους. Κάποια άλλα έμειναν εγκλωβισμένα. Κάποια παλινδρόμησαν. Η Ουκρανία δεν είναι η πρώτη που επιχειρεί την αποκοπή. Είναι όμως εκείνη που προσπαθεί να το κάνει — και μάλιστα μέσα σε πόλεμο, δηλαδή στη δυσμενέστερη δυνατή συγκυρία και απέναντι στη μέγιστη αντίσταση του συστήματος. Γι’ αυτό το χάος είναι ορατό. Αν το σύστημα δεν αντιστεκόταν, δεν θα βλέπαμε παραιτήσεις, έρευνες, θόρυβο και εντάσεις. Η ησυχία θα ήταν ένδειξη υποταγής, όχι υγείας.
Η Ευρώπη δεν πρέπει να παγιδεύεται στη ρητορική περί «χαρακτήρα λαών» ή «κουλτούρας διαφθοράς». Η διαφθορά στη μετασοβιετική περιοχή δεν είναι ηθικό ή πολιτισμικό γνώρισμα· είναι εργαλείο ισχύος. Η πραγματική γραμμή σύγκρουσης δεν είναι μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Είναι μεταξύ κράτους και παράλληλου κράτους. Και η οικοδόμηση θεσμών δεν θα κριθεί από το αν αλλάζουν πρόσωπα, αλλά από το αν σταδιακά εξουδετερώνονται τα δίκτυα ισχύος που έζησαν τρεις δεκαετίες ως υποκατάστατο του κράτους.
Στον 20ό αιώνα η ισχύς στην περιοχή μας μετριόταν με εδάφη.
Στον 21ο αιώνα μετριέται με δίκτυα.
Και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν πολεμούν ανθρώπους· πολεμούν δίκτυα.

