Η αυξανόμενη απόρριψη του ευρώ στη Σουηδία – Γιατί οι Σουηδοί επιμένουν στην κορώνα

Γράφει ο Δημήτριος Καρκαμάνης*

Η αντίθεση των Σουηδών στην υιοθέτηση του ευρώ αυξάνεται και βρίσκεται όπως φαίνεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Σουηδικής Στατιστικής Υπηρεσίας SCB (Statistics Sweden), εάν διεξαγόταν σήμερα δημοψήφισμα για την αντικατάσταση της σουηδικής κορώνας από το ευρώ, το 52,1% των πολιτών θα ψήφιζε «Όχι», ενώ μόλις το 28,7% θα ψήφιζε «Ναι». Περίπου το 19% δηλώνει αναποφάσιστο.

Πρόκειται για σημαντική αύξηση του ευρωσκεπτικισμού σε σύγκριση με το 2025, όταν το ποσοστό των υποστηρικτών του ευρώ έφθανε το 32%.

Η σκιά του δημοψηφίσματος του 2003

Η εξέλιξη αυτή υπενθυμίζει το ιστορικό δημοψήφισμα του 2003, όταν οι Σουηδοί απέρριψαν την ένταξη στην Ευρωζώνη με ποσοστό περίπου 56% έναντι 42%.

Παρά το γεγονός ότι η Σουηδία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1995 και θεωρητικά έχει υποχρέωση να υιοθετήσει το ευρώ όταν πληροί τα σχετικά κριτήρια, καμία κυβέρνηση δεν έχει μέχρι σήμερα επιχειρήσει να ανατρέψει τη λαϊκή ετυμηγορία.

Γιατί αυξάνεται το «Όχι»;

Η άνοδος της αντίθεσης προς το ευρώ προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς τα τελευταία χρόνια η σουηδική κορώνα έχει υποστεί σημαντική υποτίμηση έναντι του ευρώ και του δολαρίου.

Πολλοί αναλυτές θεωρούσαν ότι αυτή η εξέλιξη θα ενίσχυε την υποστήριξη προς το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι Σουηδοί εξακολουθούν να αποδίδουν μεγάλη αξία στην εθνική νομισματική ανεξαρτησία.

Μεταξύ των βασικών επιχειρημάτων όσων επιθυμούν τη διατήρηση της κορώνας είναι:
• Η δυνατότητα της Σουηδικής Κεντρικής Τράπεζας, της Sveriges Riksbank, να καθορίζει ανεξάρτητα τη νομισματική πολιτική.
• Η ευελιξία προσαρμογής της οικονομίας σε περιόδους κρίσεων.
• Ο φόβος ότι η Σουηδία θα αναλάμβανε μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για τη στήριξη χωρών της Ευρωζώνης.
• Η ισχυρή παράδοση οικονομικής και πολιτικής αυτονομίας που χαρακτηρίζει τη χώρα.

Η πολιτική διάσταση

Παρά τη σαφή επιφυλακτικότητα της κοινής γνώμης, η συζήτηση για το ευρώ έχει επανέλθει στην πολιτική ατζέντα.

Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ulf Kristersson έχει ανακοινώσει ότι, εφόσον παραμείνει στην εξουσία μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2026, θα εξετάσει εκ νέου τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της ένταξης στην Ευρωζώνη μέσω ειδικής επιτροπής εμπειρογνωμόνων.

Η υπουργός Οικονομικών Elisabeth Svantesson έχει υπογραμμίσει ότι οι γεωπολιτικές αλλαγές στην Ευρώπη, η ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ και η αυξανόμενη ανάγκη ευρωπαϊκής συνοχής καθιστούν αναγκαία μια νέα αξιολόγηση του ζητήματος.

Ωστόσο, ακόμη και οι υποστηρικτές της ένταξης αναγνωρίζουν ότι οποιαδήποτε αλλαγή θα απαιτούσε πολλά χρόνια προετοιμασίας και πιθανότατα νέο δημοψήφισμα.

Παράδοξο σε ευρωπαϊκό επίπεδο

Η σουηδική τάση έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που επικρατεί στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, η υποστήριξη προς το ευρώ βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από την εισαγωγή του το 2002, με το 74% των πολιτών της ΕΕ να εκφράζεται θετικά απέναντι στο κοινό νόμισμα και το ποσοστό να φθάνει το 82% στις χώρες της Ευρωζώνης.

Είκοσι τρία χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2003, η Σουηδία φαίνεται περισσότερο παρά λιγότερο προσκολλημένη στην κορώνα της. Παρά τις οικονομικές και γεωπολιτικές μεταβολές της τελευταίας δεκαετίας, η πλειοψηφία των πολιτών εξακολουθεί να θεωρεί ότι τα οφέλη της εθνικής νομισματικής ανεξαρτησίας υπερτερούν των πλεονεκτημάτων που θα μπορούσε να προσφέρει η συμμετοχή στην Ευρωζώνη.

Επίλογος – “Τι μέλλει γενέσθαι;”

Τα τελευταία στοιχεία της Σουηδικής Στατιστικής Υπηρεσίας, SCB, δείχνουν ότι, αν διεξαγόταν σήμερα δημοψήφισμα, το ευρώ θα γνώριζε πιθανότατα ακόμη μεγαλύτερη ήττα από εκείνη του 2003.

Παρά τη σημερινή ισχυρή λαϊκή αντίθεση, το ζήτημα του ευρώ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί οριστικά κλειστό για τη Σουηδία. Η χώρα εξακολουθεί να αποτελεί μια ιδιόμορφη περίπτωση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης: είναι πλήρες μέλος της ΕΕ, συμμετέχει σε όλες σχεδόν τις βασικές πολιτικές ολοκλήρωσης, έχει πλέον ενταχθεί και στο ΝΑΤΟ, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός της Ευρωζώνης.

Η κατάσταση αυτή έχει ένα ιδιαίτερο θεσμικό χαρακτηριστικό. Σε αντίθεση με τη Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία εξασφάλισαν επίσημες εξαιρέσεις (opt-outs) από το κοινό νόμισμα, η Σουηδία ουδέποτε διαπραγματεύθηκε ή απέκτησε τέτοια εξαίρεση. Κατά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1995 αποδέχθηκε κατ’ αρχήν την υποχρέωση μελλοντικής συμμετοχής στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Με άλλα λόγια, από νομική και πολιτική άποψη η Σουηδία θεωρείται χώρα «σε αναμονή» για την υιοθέτηση του ευρώ και όχι χώρα με μόνιμη εξαίρεση.

Στην πράξη, η Στοκχόλμη έχει αποφύγει την ένταξη μη συμμετέχοντας στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ERM II), ένα από τα τυπικά βήματα που απαιτούνται πριν από την υιοθέτηση του ευρώ. Η λύση αυτή έχει γίνει μέχρι σήμερα ανεκτή από τις Βρυξέλλες, κυρίως λόγω του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος του 2003 και του σεβασμού προς τη λαϊκή βούληση.

Ωστόσο, μακροπρόθεσμα δεν είναι βέβαιο ότι η Σουηδία θα μπορεί επ’ αόριστον να διατηρεί αυτή την ιδιότυπη θέση. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρεί προς βαθύτερη οικονομική και δημοσιονομική ολοκλήρωση, ενδέχεται να αυξηθούν οι πολιτικές πιέσεις προς τις χώρες που παραμένουν εκτός του κοινού νομίσματος χωρίς θεσμικά κατοχυρωμένη εξαίρεση.

Ιδίως εάν η Ευρωζώνη εξελιχθεί περαιτέρω σε έναν πιο συνεκτικό οικονομικό και δημοσιονομικό πυρήνα της Ένωσης, η Σουηδία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με το ερώτημα κατά πόσον επιθυμεί να συμμετέχει πλήρως στη λήψη αποφάσεων ή να παραμένει στο περιθώριο των σημαντικότερων οικονομικών εξελίξεων.

Από την άλλη πλευρά, όσο η σουηδική οικονομία παραμένει ισχυρή, τα δημόσια οικονομικά υγιή και η κορώνα λειτουργεί αποτελεσματικά ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής, είναι δύσκολο να διαμορφωθεί η πολιτική και κοινωνική δυναμική που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νέα, επιτυχημένη εκστρατεία υπέρ του ευρώ.

Έτσι, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Σουηδία θα υιοθετήσει κάποτε το ευρώ, αλλά πότε οι πολιτικές, οικονομικές και γεωστρατηγικές συνθήκες θα καταστήσουν αυτή την επιλογή πολιτικά αναπόφευκτη.

Σήμερα το ενδεχόμενο αυτό φαίνεται μακρινό. Ωστόσο, από τη σκοπιά των ευρωπαϊκών συνθηκών και της λογικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η σημερινή κατάσταση δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μόνιμη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τι επιθυμούν οι Σουηδοί σήμερα· δεν απαντούν όμως στο ερώτημα ποια θα είναι η θέση της χώρας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε δέκα ή είκοσι χρόνια.

* Ο Δημήτριος Καρκαμάνης είναι οικονομολόγος και πολιτικός επιστήμων, πρώην πανεπιστημιακός και ανώτερος ερευνητής (Senior Research Fellow) στο Swedish National Defence Research Institute – Swedish Defence Research Agency, πρώην Ανώτερος Αξιωματούχος (Senior Officer) στο Αρχηγείο των Σουηδικών Ενόπλων Δυνάμεων (Swedish Armed Forces Headquarters), πρ. οικονομικός υπεύθυνος της Σουηδικής Πολεμικής Αεροπορίας (Swedish Air Force), καθώς και οικονομικός υπεύθυνος του αεροναυπηγικού προγράμματος JAS-39 “Gripen” (το σουηδικό μαχητικό αεροσκάφος 4+, και τώρα 4,5, γενιάς) στο Γενικό Επιτελείο της Σουηδικής Πολεμικής Αεροπορίας στη Στοκχόλμη.