Εξαγωγή Κινεζικού Δικαίου;

Γράφει ο Πλάμεν Τόντσεφ*

Φαίνεται πως μετά την εξαγωγή προϊόντων και υπηρεσιών ανά την υφήλιο, η Κίνα έχει βαλθεί να εξάγει και τους δικούς της κανόνες και τα δικά της πρότυπα δια της δικαστικής οδού. Ο λόγος για την πρόσφατη απόφαση του Πεκίνου να δημιουργήσει διαιτητικά δικαστήρια για την επίλυση διαφορών κατά μήκος των πολλαπλών διαδρομών του λεγόμενου νέου Δρόμου του Μεταξιού (Belt and Road Initiative – BRI).

Η ιδέα αυτή δεν είναι καινούρια. Το Πεκίνο είχε ανακοινώσει ήδη από το προηγούμενο έτος την πρόθεσή του να δημιουργηθούν τρία δικαστήρια (BRI courts), αρμόδια για την επίλυση διαφορών που προκύπτουν κατά την πραγματοποίηση επενδύσεων από κινεζικούς ομίλους στις 70+ χώρες, οι οποίες συμμετέχουν έμμεσα ή άμεσα στην εμβληματική πρωτοβουλία της Κίνας. Εν τέλει, αποφασίστηκε να δημιουργηθούν δύο BRI courts, με εξειδικευμένες αρμοδιότητες. Το δικαστήριο στο Xi’an θα καλύπτει περιπτώσεις κατά μήκος των χερσαίων διαδρομών, που απαρτίζουν την λεγόμενη Οικονομική Ζώνη (Belt), ενώ το δικαστήριο στο Shenzhen θα είναι αρμόδιο για νομικές διαμάχες κατά μήκος του λεγόμενου Θαλάσσιου Δρόμου του Μεταξιού (Road). Σημειώνεται ότι όλοι οι δικαστές θα είναι Κινέζοι, συνεπώς δεν πρόκειται για διεθνή δικαστήρια, αλλά για αμιγώς κινεζικούς θεσμούς, οι οποίοι πιθανότατα θα είναι πειθήνια όργανα της πολιτικής ηγεσίας στο Πεκίνο.

Η απόφαση αυτή της Κίνας προκαλεί πολλές απορίες. Πρώτον, διότι είναι γνωστή η ευκολία, με την οποία το Πεκίνο χαρακτηρίζει κινεζικές επενδύσεις στο εξωτερικό ως μέρος της πρωτοβουλίας BRI και παραμένει ασαφές το εύρος της δικαιοδοσίας των νέων κινεζικών διαιτητικών δικαστηρίων. Δεύτερον, υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης σχετικών περιπτώσεων, είτε στις δικαστικές αίθουσες είτε εξωδικαστικά. Π.χ. ένας καταξιωμένος θεσμός είναι το Διεθνές Κέντρο Επίλυσης Επενδυτικών Διαφορών (ICSID) της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Επιπροσθέτως, προστριβές προκαλεί και το ερώτημα πότε – ή, μάλλον, εάν είναι εφικτό – η Κίνα κι όλες οι χώρες που εμπλέκονται σε επενδυτικά σχέδια με την ταμπέλα BRI να υπογράψουν την διεθνή Σύμβαση της Σιγκαπούρης περί Διαμεσολάβησης, προκειμένου να διευκολυνθεί η διευθέτηση τυχόν διαφορών.

[Φωτό: kees torn/Flickr]

Θα μπορούσαν μήπως σχετικές διαμάχες μεταξύ Κίνας και χωρών-μελών της ΕΕ να επιλύονται σε διμερή σινο-ευρωπαϊκή βάση; Υπενθυμίζεται ότι εδώ και έξι χρόνια, από το 2013, η ΕΕ πιέζει την Κίνα για την υπογραφή μιας Περιεκτικής Συμφωνίας για τις Επενδύσεις (Comprehensive Agreement on Investments – CAI). Ωστόσο, παρά τους 19 γύρους διαπραγματεύσεων που έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής, φαίνεται πως υπάρχει ακόμη αρκετή απόσταση ανάμεσα στις θέσεις των δύο πλευρών. Εξ ου και η προθεσμία που έβαλε η ΕΕ στην Κίνα για την επίτευξη συμφωνίας (έως το 2020) κατά την τελευταία σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες στις 9 Απριλίου, εν μέσω εντάσεων και αντεγκλήσεων.

Δεδομένων όλων αυτών των δυσκολιών, μπορεί να υπαχθεί μια ευρωπαϊκή χώρα στην δικαιοδοσία των υπό σύσταση κινεζικών δικαστηρίων; Το ερώτημα κάθε άλλο παρά θεωρητικό είναι. Αρκεί να θυμηθούμε ότι η Ελλάδα φιλοξενεί μία από τις πιο γνωστές κινεζικές επενδύσεις στην ΕΕ, την διαχείριση του λιμένος του Πειραιά από την COSCO.

Σημειωτέον, ήδη υπάρχει νομικό προηγούμενο απόκλισης των όρων της επένδυσης από το κοινοτικό δίκαιο, κάτι που έχει προκάλεσει την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το 2015 η Κομισιόν αμφισβήτησε συγκεκριμένες ρήτρες της πρώτης σύμβασης παραχώρησης του Πειραιά (2008), επιχειρηματολογώντας ότι η κινεζική εταιρεία απολάμβανε αδικαιολόγητα ευνοϊκής μεταχείρισης, κατά παράβαση των κανόνων του θεμιτού ανταγωνισμού εντός της ΕΕ. Ως αποτέλεσμα, η COSCO και η θυγατρική της εταιρεία Piraeus Container Terminal (PCT) αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο ελληνικό κράτος χρηματικό ποσό που προσδιορίστηκε ως έμμεση κρατική ενίσχυση, μη αποδεκτή από το κοινοτικό δίκαιο.

Ενα πρακτικό και επίκαιρο ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευθετείτο η διαφωνία που έχει ανακύψει σχετικά με το σχέδιο επέκτασης της κινεζικής επένδυσης στον Πειραιά (master plan). Ως γνωστόν, έχουν εκφραστεί ενστάσεις που καθυστερούν την λήψη αποφάσεων και την υλοποίηση πρόσθετων επενδύσεων. Εάν, λόγου χάρη, η COSCO προσφύγει κατά του ελληνικού κράτους στο διαιτητικό δικαστήριο του Shenzhen και δικαιωθεί, ποιά θα είναι η νομική ισχύς της εν λόγω απόφασης και κατά πόσο θα είναι εκτελεστή σε ευρωπαϊκό έδαφος;

Κατά συνέπεια, η εξέλιξη αυτή έχει όχι μόνο νομικό, αλλά και εξόχως πολιτικό ενδιαφέρον. Διότι η απόφαση να αναγνωριστεί η δικαιοδοσία των νέων διαιτητικών δικαστηρίων στο Xi’an και το Shenzhen από κοινοτικούς θεσμούς και τα κράτη-μέλη της Ένωσης είναι πρωτίστως πολιτική. Και είναι προφανές ότι οξύνει έτι περισσότερο τις ούτως ή άλλως τεταμένες σχέσεις μεταξύ της Κίνας και της ΕΕ.

Υ.Γ. Είναι τουλάχιστον ειρωνικό το γεγονός ότι η δημιουργία των κινεζικών BRI courts ανακοινώνεται σε μια περίοδο, κατά την οποία ξεσηκώνονται οι κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ με το αίτημα να μην ισχύσει ο αμφιλεγόμενος νόμος για την έκδοση υποδίκων στην ηπειρωτική Κίνα. Το κύριο επιχείρημά τους είναι η αμφιβολία κατά πόσο ο ασιατικός γίγαντας διαθέτει αξιόπιστο κράτος δικαίου.

*O Πλάμεν Τόντσεφ είναι διεθνολόγος και πολιτικός αναλυτής

One comment

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.