Έλεγχος της Κίνας επί του Χονγκ Κονγκ: Whatever it takes

Γράφει ο Πλάμεν Τόντσεφ

Οι συγκρούσεις στο Χονγκ Κονγκ και η εκτενής κάλυψή τους από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης έχουν προκαλέσει έκδηλη αμηχανία στην ηγεσία της Κίνας, η οποία φοβάται πως βρίσκεται αντιμέτωπη με την μεγαλύτερη εσωτερική πρόκληση 30 χρόνια μετά την εξέγερση της πλατείας Tiananmen. Η αντιπαράθεση στο Χονγκ Κονγκ ξεχωρίζει για δύο λόγους. Πρώτον, είναι άνευ προηγουμένου τα τελευταία 22 χρόνια, μετά την παράδοση της περιοχής από την Βρετανία στην Κίνα. Εχει δε πολύ μεγαλύτερη έκταση και ένταση από τις ταραχές που σημάδεψαν το Χονγκ Κονγκ το 2014 με αφορμή τον τρόπο εκλογής – ή, ακριβέστερα, προεπιλογής – του κυβερνήτη του θύλακα. Δεύτερον, αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της εξουσίας του Xi Jinping, ο οποίος θεωρείται ο ισχυρότερος ηγέτης της Κίνας μετά τον Mao Zedong και το 2017 κατοχύρωσε την παραμονή του στον προεδρικό θώκο χωρίς χρονικούς περιορισμούς.

Η φωτιά

Οι ταραχές προκλήθηκαν πριν από δύο μήνες περίπου εξαιτίας της εναντίωσης των κατοίκων του Χονγκ Κονγκ σε νομοσχέδιο που προέβλεπε την έκδοση υπόπτων στην ηπειρωτική Κίνα, προκειμένου να δικαστούν εκεί. Η κίνηση αυτή εξελήφθη ως απροκάλυπτη παρέμβαση στην εσωτερική έννομη τάξη του Χονγκ Κονγκ, το οποίο διατηρεί ημιαυτόνομο καθεστώς μετά την επιστροφή του στην Κίνα το 1997, βάσει της ρύθμισης “Ενα Κράτος, Δύο Συστήματα”. O θύλακας διοικείται από κυβερνήτη ή “ανώτατο αξιωματούχο” (Chief Executive), ο οποίος κατ’ουσίαν διορίζεται από το Πεκίνο. Ωστόσο, το κράτος δικαίου, κληρονομιά του βρετανικού Common Law, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ατού του Χονγκ Κονγκ ως ελκυστικού και διεθνώς αναγνωρισμένου χρηματοπιστωτικού κέντρου.

Μένει αδιευκρίνιστο κατά πόσο η επίμαχη νομοθεσία προωθήθηκε με πρωτοβουλία της κυβερνήτη Carrie Lam ή με την παραίνεση του Πεκίνου, το οποίο προσπαθεί να επιβεβαιώσει και να ενισχύσει την κυριαρχία του στο Χονγκ Κονγκ. Μετά από τις έντονες αντιδράσεις, η συζήτηση για το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο έχει παγώσει, αλλά αυτό δεν καθησύχασε τους κατοίκους του Χονγκ Κονγκ, οι οποίοι φοβούνται πως πρόκειται για απλό τακτικό ελιγμό από την πλευρά των αρχών. Ως αποτέλεσμα, οι μαζικές διαδηλώσεις κάθε άλλο παρά κόπασαν και, μάλιστα, έλαβαν όλο και πιο δυναμικό χαρακτήρα, με αποκορύφωμα την επίθεση στο Γραφείο Υποθέσεων Χονγκ Κονγκ και Μακάο, όπως ονομάζεται το “κομισαριάτο” του Πεκίνου στην περιοχή.

Στα αιτήματα των διαδηλωτών συγκαταλέγονται η αμετάκλητη απόσυρση του επίμαχου νομοσχεδίου κι όχι μόνο το “πάγωμά” του, η παραίτηση της κυβερνήτη Lam, όπως και η απόδοση ευθυνών για τα κρούσματα αστυνομικής βίας. Ενα πρόσθετο αίτημα αφορά την διερεύνηση της σοκαριστικής βίας από παραστρατιωτικές οργανώσεις, για τις οποίες εικάζεται πως χρησιμοποιούνται από τις αρχές, προκειμένου να εκφοβίσουν τους διαδηλωτές. Σημειώνεται ότι τα αιτήματα αυτά δεν υποστηρίζονται μόνο από “θερμόαιμους” νεολαίους και “βανδάλους”, όπως χαρακτηρίζονται οι διαδηλωτές από τις επίσημες αρχές του Χονγκ Κονγκ και του Πεκίνου, αλλά και από πολλούς ηλικιωμένους κατοίκους, όπως και από ανώτατους δημοσίους υπαλλήλους της ευϋπόληπτης διοικητικής μηχανής του θύλακα.

Η κρίση αυτή δεν θα μπορούσε να εκδηλωθεί σε χειρότερη στιγμή για το Πεκίνο, εν μέσω της οικονομικής επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας και του παρατατεμένου εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ. Επιπροσθέτως, τα τεκταινόμενα στο Χονγκ Κονγκ επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες όλων όσοι καταγγέλλουν το αστυνομικό κράτος της Κίνας και τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα, όπως λ.χ. τα στρατόπεδα “επανεκπαίδευσης” μουσουλμάνων στην βορειοδυτική περιφέρεια Xinjiang. Ούτε αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι διαδηλωτές του Χονγκ Κονγκ έχουν την αμέριστη υποστήριξη πολλών κατοίκων της Ταϊβάν, οι σχέσεις της οποίας με την ηπειρωτική Κίνα έχουν επιδεινωθεί αισθητά το τελευταίο διάστημα.

Η πυροσβεστική (;) απάντηση του Πεκίνου

Μετά από δίμηνη σιωπή, ενδεικτική της αμηχανίας και της έλλειψης ξεκάθαρης πολιτικής γραμμής, το Γραφείο Υποθέσεων Χονγκ Κονγκ και Μακάο, παραχώρησε συνέντευξη Τύπου στις 29 Ιουλίου. Ως θεμελιώδεις κόκκινες γραμμές του Πεκίνου αναφέρονται η μη διακίνδυνευση της εθνικής ασφάλειας (βλ. ακεραιότητας) της Κίνας και η μη αμφισβήτηση της κεντρικής κυβέρνησης. Η διατύπωση αυτή αφήνει περιθώρια για ερμηνείες πως το Πεκίνο εξετάζει το ενδεχόμενο να προωθήσει αλλαγές στην διοίκηση του θύλακα, αν και εν ευθέτω χρόνω. Προς το παρόν, δεν αναμένεται η παραίτηση της Carrie Lam, καθώς αυτό θα ισοδυναμούσε με ομολογία ήττας του Πεκίνου, αλλά θεωρείται απίθανο η κυβερνήτης του Χονγκ Κονγκ να διεκδικήσει δεύτερη θητεία το 2022.

Ενα ερώτημα που απασχολεί πολλούς είναι κατά πόσο ενδέχεται να παρέμβουν οι κινεζικές στρατιωτικές δυνάμεις που έχουν έδρα το Χονγκ Κονγκ. Το Πεκίνο αποφεύγει επιμελώς να τοποθετηθεί επί του θέματος και παραπέμπει σιβυλλικά στις πρόνοιες του Βασικού Νόμου που διέπει τις σχέσεις της ηπειρωτικής Κίνας με την περιοχή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το Πεκίνο δεν θα επιτρέψει σε καμία περίπτωση να αμφισβητηθεί το στάτους του Χονγκ Κονγκ ως αναπόσπαστου μέρους της κινεζικής επικράτειας και θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο επί του θύλακα – κοινώς, whatever it takes.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα φωνάζει στους αστυνομικούς κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικής διαδήλωσης στο Χονγκ Κονγκ (29/7/2019) [Φωτό: HKUSU]

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.