Γράφει η Πρέσβειρα ε.τ. Δανάη-Μαγδαληνή Κουμανάκου
Από την κανονιστικότητα στον δεύτερο κύκλο της ευρωπαϊκής ενοποίησης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει το πιο ιδιότυπο και φιλόδοξο πολιτικό εγχείρημα του μεταπολεμικού κόσμου, ακριβώς επειδή δεν αντιμετώπισε ποτέ την ισχύ ως αυτοσκοπό. Οικοδομήθηκε —και εξακολουθεί να λειτουργεί— πάνω στη θεσμική δέσμευση και διοχέτευση της ισχύος μέσω κανόνων (to harness power, normative power).
Η επιλογή αυτή υπήρξε ιστορική αναγκαιότητα. Μια ήπειρος που αυτοκαταστράφηκε δύο φορές μέσα σε τρεις δεκαετίες όφειλε να επιστρέψει στη διεθνή σκηνή όχι ως κλασική δύναμη ισχύος, αλλά ως δύναμη κανόνων. Η κανονιστική Ευρώπη εξασφάλισε ειρήνη μεταξύ κρατών που είχαν μάθει να πολεμούν, δημιούργησε ενιαία αγορά και κοινό νόμισμα, παρήγαγε δικαιώματα, περιόρισε την αυθαιρεσία της εξουσίας και απέκτησε διεθνές κεφάλαιο αξιοπιστίας. Αυτός υπήρξε ο πρώτος κύκλος της ευρωπαϊκής ενοποίησης — και τα αποτελέσματά του εξακολουθούν να παράγουν ισχύ.
Η σημερινή συγκυρία δεν συνιστά αποτυχία της κανονιστικότητας· συνιστά την παραδοχή ότι ολοκλήρωσε τον ιστορικό της ρόλο ως αποκλειστικό πλαίσιο δράσης. Το διεθνές περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε έχει μεταβληθεί ριζικά. Η ισχύς επανέρχεται ως καθοριστικός παράγοντας, οι συγκρούσεις αποκτούν υπαρξιακά χαρακτηριστικά και το διεθνές δίκαιο, χωρίς να ακυρώνεται, παύει να αρκεί ως μοναδική γλώσσα ρύθμισης. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να προσαρμοστεί χωρίς να απολέσει τη θεσμική της ταυτότητα.
Η πρόσφατη παρέμβαση του Jürgen Habermas αποτυπώνει με ιδιαίτερη διαύγεια αυτή τη μετάβαση. Ο Χάμπερμας αναλύει την κανονιστική αποσύνδεση της Δύσης, την αυταρχική στροφή των Ηνωμένων Πολιτειών, την άνοδο ενός πολυπολικού κόσμου και τον κίνδυνο στρατηγικής περιθωριοποίησης της Ευρώπης. Επισημαίνει ότι η πολιτική ενοποίηση είναι σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ, αλλά ταυτόχρονα λιγότερο πιθανή από ποτέ. Εκεί όπου η ανάλυσή του σταματά είναι στο επόμενο, δυσκολότερο βήμα: στην αποδοχή ότι η κανονιστική ισχύς, χωρίς έναν ευρωπαϊκό πυλώνα εκτελέσιμης ισχύος (power pillar), αδυνατεί να προστατεύσει το ίδιο της το θεμέλιο.
Η επιφύλαξη αυτή δεν αντανακλά έλλειψη διορατικότητας. Αντανακλά τη συνειδητή προσπάθεια διαφύλαξης ενός κεκτημένου που ιστορικά προστάτευσε τη δημοκρατική νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ωστόσο, η ιστορική φάση που διαμορφώνεται δεν επιτρέπει πλέον την αναβολή. Η Ευρώπη εισέρχεται σε έναν δεύτερο κύκλο, όπου η κανονιστικότητα δεν εγκαταλείπεται, αλλά παύει να λειτουργεί αυτάρκως.
Οι διαθέσιμες διαδρομές είναι συγκεκριμένες. Η εμμονή στην κανονιστικότητα ως μοναδικό εργαλείο οδηγεί σε σταδιακή στρατηγική αδράνεια. Η λειτουργική υπέρβαση, μέσω διαφοροποιημένων πυρήνων συνεργασίας σε κρίσιμους τομείς —άμυνα, ενέργεια, χρηματοδότηση, βιομηχανία— διατηρεί το κανονιστικό θεμέλιο και ταυτόχρονα επιτρέπει την ανάπτυξη εκτελέσιμης ισχύος. Δεν πρόκειται για εγγύηση επιτυχίας, αλλά για την πορεία που περιορίζει τον κίνδυνο άμεσης στρατηγικής υποβάθμισης.
Σε αυτή τη φάση μετάβασης, το κρίσιμο ζήτημα αφορά και την ικανότητα κατανόησης της πολυπλοκότητας που έχει παραχθεί. Η κανονιστική, θεσμική και διατομεακή πυκνότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερβαίνει πλέον τα όρια της παραδοσιακής πολιτικής επεξεργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να λειτουργήσουν επικουρικά, ως υποδομή κατανόησης και όχι ως υποκατάστατο πολιτικής κρίσης, επιτρέποντας τη χαρτογράφηση αλληλεπιδράσεων και συνεπειών πριν από τη λήψη αποφάσεων.
Η μετάβαση αυτή αφορά αναπόφευκτα και τα κράτη-μέλη. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στη θέση του παθητικού αποδέκτη των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Συμμετέχει σε κρίσιμα πεδία —άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια, περιφερειακή σταθερότητα— όπου η Ευρώπη καλείται να αποδείξει αν μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικός δρων. Το ερώτημα δεν αφορά την κανονιστική τοποθέτηση της χώρας, αλλά τη θεσμική και διοικητική της επάρκεια να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του δεύτερου κύκλου.
Ο δεύτερος κύκλος της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν συνιστά ρήξη με το παρελθόν, αλλά δοκιμασία συνέχειας υπό αυστηρότερους όρους. Το διακύβευμα είναι αν η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει το κανονιστικό της κεκτημένο σε εκτελέσιμη ισχύ, διατηρώντας τη θεσμική της ιδιαιτερότητα σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επανέρχεται ως κεντρικός παράγοντας. Πρόκειται για παραδοχή ιστορικής μετάβασης, όχι για διάγνωση αποτυχίας. Και από την ικανότητα κατανόησης και διαχείρισης αυτής της παραδοχής θα εξαρτηθεί η είσοδος —ή μη— της Ευρώπης στον επόμενο κύκλο της ιστορίας της.
* Η Δανάη Κουμανάκου, απόφοιτος Κοινωνιολογίας και Πολιτικών Επιστημών (Παρίσι, Αθήνα), υπηρέτησε για δεκαετίες στον ελληνικό διπλωματικό κλάδο. Διετέλεσε Διευθύντρια Εθιμοτυπίας του ΥΠΕΞ (Ελληνική Προεδρία της ΕΕ, Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνας) και στη συνέχεια Γενική Διευθύντρια Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, με ενεργό συμμετοχή σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Τα τελευταία δέκα χρόνια κατείχε πρεσβευτικές θέσεις, εκπροσωπώντας την Ελλάδα με επιτυχία σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Διαθέτει ιδιαίτερη εμπειρία στα θέματα ενέργειας, καθώς και στην πολιτιστική διπλωματία.
Μιλά αγγλικά, γαλλικά, σερβικά και τουρκικά. Ζει μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου.
