Η Διάρρηξη της Εμπιστοσύνης — Από την προβλεψιμότητα στο gentlemen’s agreement

Γράφει η Πρέσβειρα ε.τ. Δανάη-Μαγδαληνή Κουμανάκου

Εισαγωγή — Τι εννοούμε όταν μιλάμε για «εμπιστοσύνη»;

Τα τελευταία χρόνια, ο όρος «εμπιστοσύνη» επανέρχεται όλο και συχνότερα στη γλώσσα της διεθνούς πολιτικής. Μιλάμε για έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα σε συμμάχους, για κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, για αδυναμία οικοδόμησης εμπιστοσύνης με νέους δρώντες. Η λέξη χρησιμοποιείται σχεδόν αυτονόητα, σαν να γνωρίζουμε όλοι τι σημαίνει. Κι όμως, σπάνια σταματάμε να αναρωτηθούμε: τι ακριβώς είναι η εμπιστοσύνη στις διεθνείς σχέσεις;

Στην καθημερινή εμπειρία, η εμπιστοσύνη είναι κατεξοχήν κοινωνική και ηθική κατηγορία. Συνδέεται με πρόσωπα, με αξίες, με προσδοκίες καλής πίστης. Στο διεθνές σύστημα όμως, όπου δεν υπάρχει ανώτερη αρχή επιβολής και όπου η ισχύς παραμένει ο τελικός κριτής, η εμπιστοσύνη αποκτά εντελώς διαφορετική ποιότητα. Δεν αφορά προθέσεις, αλλά συμπεριφορές. Δεν στηρίζεται στην καλή θέληση, αλλά στη σταθερότητα των κανόνων.

Με αυτή την έννοια, η εμπιστοσύνη στις διεθνείς σχέσεις δεν είναι συναίσθημα. Είναι μηχανισμός. Είναι η προσδοκία ότι οι βασικοί δρώντες θα κινηθούν εντός ενός πλαισίου συμφωνημένων ορίων, όχι επειδή είναι «καλοί», αλλά επειδή τους δεσμεύει ένα σύστημα κανόνων, κόστους και προβλεψιμότητας.

Προβλεψιμότητα: το πραγματικό υπόστρωμα της εμπιστοσύνης

Αν εξετάσουμε πιο προσεκτικά πώς παράγεται η εμπιστοσύνη στο διεθνές σύστημα, θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι πρωτογενές φαινόμενο. Αυτό που προηγείται δεν είναι η εμπιστοσύνη, αλλά η προβλεψιμότητα.

Οι δρώντες δεν «εμπιστεύονται» αρχικά ο ένας τον άλλον. Μαθαίνουν πρώτα να προβλέπουν ο ένας τον άλλον. Παρατηρούν μοτίβα συμπεριφοράς, εντοπίζουν όρια, αναγνωρίζουν κόκκινες γραμμές, κατανοούν τι θεωρείται αποδεκτό και τι όχι. Μέσα από την επανάληψη αυτών των συμπεριφορών, διαμορφώνονται σταδιακά προσδοκίες.

Η προβλεψιμότητα είναι γνωσιακό φαινόμενο. Είναι το αποτέλεσμα συσσωρευμένης εμπειρίας. Και μόνο όταν αυτή η προβλεψιμότητα αποκτήσει διάρκεια, μετασχηματίζεται σε κάτι βαθύτερο: σε εμπιστοσύνη. Δηλαδή σε επένδυση στη σταθερότητα της συμπεριφοράς του άλλου. Δεν είναι πια απλώς «ξέρω τι θα κάνεις», αλλά «μπορώ να χτίσω στρατηγική πάνω στο ότι θα συνεχίσεις να κινείσαι έτσι».

Η εμπιστοσύνη, με αυτή την έννοια, δεν είναι πίστη. Είναι υπόθεση χρόνου.

Πριν από τους θεσμούς: η προ-θεσμική φάση

Εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο σημείο που συχνά παραβλέπεται. Οι κανόνες δεν γεννούν την εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη προηγείται χρονικά της θεσμοποίησης, όχι ως αξία, αλλά ως πρακτική.
Πριν υπάρξουν διεθνείς οργανισμοί, πριν υπάρξουν συνθήκες, πριν υπάρξει διεθνές δίκαιο με τη σύγχρονη έννοια, υπήρχε κάτι πιο άτυπο αλλά θεμελιώδες: η επανάληψη συμπεριφορών αυτοσυγκράτησης μεταξύ των ισχυρών. Οι βασικοί δρώντες άρχισαν να αναμένουν ο ένας από τον άλλον συγκεκριμένα όρια στην άσκηση ισχύος, συγκεκριμένες μορφές διαχείρισης των συγκρούσεων, συγκεκριμένες γραμμές που δεν έπρεπε να ξεπεραστούν.

Αυτές οι προσδοκίες δεν ήταν ακόμη «νόμος». Ήταν όμως ήδη κανόνες στην πράξη. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο αρχίζει να παράγεται εμπιστοσύνη: όχι επειδή οι δρώντες γίνονται πιο ηθικοί, αλλά επειδή το σύστημα γίνεται πιο προβλέψιμο.

Η θεσμοποίηση έρχεται πάντα εκ των υστέρων. Οι πρακτικές μετατρέπονται σε κανόνες, οι κανόνες σε συνθήκες, οι συνθήκες σε διεθνές δίκαιο. Το δίκαιο δεν δημιουργεί τη σταθερότητα· την κωδικοποιεί.

Το gentlemen’s agreement: αυτοδέσμευση ισχύος

Σε αυτή την προ-θεσμική φάση εντάσσεται αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε gentlemen’s agreement. Όχι ως ρομαντική συμφωνία καλής πίστης, αλλά ως στρατηγική αυτοδέσμευση ισχύος.
Το gentlemen’s agreement δεν ήταν ποτέ ηθική σύμβαση. Ήταν αποτέλεσμα ορθολογικού υπολογισμού: οι ισχυροί αναγνώριζαν ότι η ανεξέλεγκτη άσκηση ισχύος οδηγεί σε αστάθεια που τελικά υπονομεύει τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων. Η αυτοσυγκράτηση δεν ήταν αρετή· ήταν συμφέρον.

Μέσα από αυτή τη σιωπηρή συμφωνία αυτοδέσμευσης, παρήχθη η βασική προϋπόθεση κάθε σταθερού διεθνούς συστήματος: η διάρκεια. Όσο οι ισχυροί επένδυαν στη διάρκεια των κανόνων, τόσο η προβλεψιμότητα παγιωνόταν. Και όσο η προβλεψιμότητα παγιωνόταν, τόσο η εμπιστοσύνη μετατρεπόταν σε δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος.

Με αυτή την έννοια, το gentlemen’s agreement δεν ήταν λεπτομέρεια της διεθνούς τάξης. Ήταν το άτυπο υπόστρωμά της.

Η εμπιστοσύνη ως εργαλείο διαχείρισης φθοράς ισχύος

Η κρίσιμη ιστορική λειτουργία της εμπιστοσύνης δεν ήταν ποτέ η μεγιστοποίηση της ισχύος. Ήταν η διαχείριση της φθοράς της.

Οι μεγάλες δυνάμεις του μεταπολεμικού συστήματος δεν χρησιμοποίησαν την εμπιστοσύνη για να γίνουν απλώς ισχυρότερες. Τη χρησιμοποίησαν για να παρατείνουν τη διάρκεια της κεντρικότητάς τους. Έδεσαν την ισχύ τους μέσα σε θεσμούς, συνθήκες και κανόνες, αποδεχόμενες ακόμη και μορφές αυτοπεριορισμού, ακριβώς επειδή αυτό παρήγαγε μακροχρόνια σταθερότητα.

Η εμπιστοσύνη, λοιπόν, δεν ήταν εργαλείο κυριαρχίας. Ήταν εργαλείο διαχείρισης συστήματος. Και όσο η ισχύς παρέμενε δεσμευμένη σε ένα προβλέψιμο πλαίσιο, το σύστημα παρήγαγε εκείνο που το νομιμοποιούσε: διάρκεια, σταθερότητα, προσδοκία συνέχειας.

Η διάρρηξη: όταν χάνεται η διάρκεια

Η κρίση της εμπιστοσύνης αρχίζει ακριβώς από τη στιγμή που η διάρκεια παύει να θεωρείται αυτονόητος στρατηγικός στόχος. Όταν οι δεσμεύσεις γίνονται αναθεωρήσιμες, όταν οι κανόνες εργαλειοποιούνται, όταν οι συμφωνίες αντιμετωπίζονται ως προσωρινές διευθετήσεις και όχι ως δομές σταθερότητας.

Σε αυτό το σημείο, δεν καταρρέουν απλώς οι θεσμοί. Καταρρέει το προ-θεσμικό υπόστρωμα που τους στήριζε. Το gentlemen’s agreement δεν «σπάει» με μια θεαματική ρήξη. Διαβρώνεται. Μετατρέπεται από άγραφο κανόνα σε διαπραγματεύσιμη επιλογή.

Και όταν η αυτοδέσμευση παύει να είναι αυτονόητη, η εμπιστοσύνη δεν μπορεί πλέον να αναπαραχθεί. Όχι επειδή οι δρώντες έγιναν λιγότερο αξιόπιστοι ως χαρακτήρες, αλλά επειδή το σύστημα παύει να τους δίνει λόγους να επενδύουν στη σταθερότητα.

Κλείσιμο — Από την εμπιστοσύνη στην ιστορική αβεβαιότητα

Ίσως, τελικά, η διάρρηξη της εμπιστοσύνης να μην είναι ηθική κρίση, αλλά ιστορικό σύμπτωμα. Όχι αποτυχία προσώπων, αλλά μεταβολή της ίδιας της λογικής ισχύος.

Η εμπιστοσύνη δεν χάνεται επειδή οι δρώντες έπαψαν να «πιστεύουν» ο ένας τον άλλον. Χάνεται επειδή η διάρκεια έπαψε να αποτελεί κεντρική στρατηγική αξία. Και χωρίς διάρκεια, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε προβλεψιμότητα, ούτε σταθερότητα, ούτε θεσμοποιημένη αυτοδέσμευση.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, η εμπιστοσύνη δεν μπορεί πια να λειτουργεί ως θεμέλιο τάξης. Μπορεί μόνο να εμφανίζεται αποσπασματικά, προσωρινά, τοπικά. Όχι ως αρχή συστήματος, αλλά ως παρενέργεια συγκυρίας.

Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο πραγματικό σημάδι ότι δεν ζούμε απλώς μια περίοδο κρίσης, αλλά μια βαθύτερη ιστορική μετάβαση: από έναν κόσμο όπου η ισχύς επενδυόταν στη διάρκεια, σε έναν κόσμο όπου η ισχύς κινείται χωρίς χρονικό ορίζοντα. Και εκεί, η εμπιστοσύνη δεν μπορεί παρά να είναι το πρώτο θύμα.