Γράφει η Πρέσβειρα ε.τ. Δανάη-Μαγδαληνή Κουμανάκου
Το Στενό του Ορμούζ «άνοιξε». Τα χρηματιστήρια αντέδρασαν αμέσως. Οι ασφαλιστικές όχι. Και σε αυτή την απόκλιση — ανάμεσα στην πολιτική δήλωση και στην αποτίμηση κινδύνου — αποτυπώνεται το βασικό πρόβλημα του Ιράν σήμερα: δεν είναι σαφές ποιος μπορεί να πάρει μια απόφαση και να την επιβάλει.
Στις 17 Απριλίου ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι το Στενό του Ορμούζ είναι «πλήρως ανοιχτό». Ο Τραμπ έγραψε αμέσως στο Truth Social: «THANK YOU!» Τα χρηματιστήρια ανέβηκαν. Η τιμή του πετρελαίου έπεσε.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν κουνήθηκαν.
Αυτή η μικρή λεπτομέρεια — η ακινησία της Lloyd’s απέναντι στις κυβερνητικές ανακοινώσεις — είναι ο πιο αξιόπιστος δείκτης για την κατανόηση του τι πραγματικά συμβαίνει στο Ιράν σήμερα. Οι ασφαλιστικές αξιολογούν κινδύνους, δεν κάνουν πολιτική. Και η αξιολόγησή τους λέει ότι το «άνοιγμα» παραμένει κλειστό.
Γιατί;
Το Ορμούζ που δεν ανοίγει
Το Στενό είναι πολύ περισσότερο από ένα σημείο στον χάρτη. Είναι ένα σύστημα φυσικών περιορισμών που κάνει τον έλεγχό του εξαιρετικά εύκολο για εκείνον που βρίσκεται στη βόρεια ακτή — και εξαιρετικά δύσκολο για οποιονδήποτε άλλον.
Στο στενότερο σημείο του, 39 χιλιόμετρα πλάτος. Αλλά τα πλοία περιορίζονται σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, δύο ναυτικά μίλια η καθεμία. Σε αυτές τις λωρίδες, ένα υπερδεξαμενόπλοιο κινείται χωρίς κανένα περιθώριο ελιγμών. Η βόρεια ακτή ανήκει στο Ιράν: ορεινή, γεμάτη φυσικές κοιλότητες, με τρία νησιά-φρούρια τοποθετημένα ακριβώς κατά μήκος των ναυτιλιακών διαδρόμων. Μέσα τους, υπόγεια bunkers με πυραύλους και σμηναγώγιμες βάρκες επίθεσης. Κλωβός, με άλλα λόγια — σχεδιασμένος από τη φύση, τελειοποιημένος από το IRGC.
Αυτό που άλλαξε τους τελευταίους μήνες αφορά αποκλειστικά τη στρατηγική λογική. Το IRGC έχει μεταβεί από την απειλή κλεισίματος στη νομισματοποίηση του Στενού. Διόδια ανά πλοίο, πληρωτέα σε κινεζικά γουάν, με «συντονισμένη διαδρομή» βόρεια του νησιού Λαράκ — εκεί όπου το IRGC ελέγχει, επιθεωρεί, εισπράττει. Ένας αποκλεισμός προκαλεί πόλεμο. Ένα διόδιο προκαλεί διαπραγμάτευση. Στη διαφορά αυτή κρύβεται ολόκληρη η στρατηγική — και ολόκληρος ο λόγος για τον οποίο τα έσοδα κατευθύνονται απευθείας στο IRGC, που έχει κάθε θεσμικό συμφέρον να διατηρήσει αυτή την κατάσταση όσο το δυνατόν περισσότερο.
Εδώ εντοπίζεται το βαθύτερο πρόβλημα με τη σημερινή ανακοίνωση: υπάρχουν αναφορές ότι το Ιράν έχει χάσει τον πλήρη έλεγχο των ναρκών που τοποθέτησε στο Στενό — και αδυνατεί να το ανοίξει πλήρως ακόμα και αν το επιθυμεί. Ο Αραγτσί ανακοίνωσε «πλήρες άνοιγμα σε συντονισμένη διαδρομή». Η συντονισμένη διαδρομή είναι ακριβώς η διαδρομή που ελέγχει το IRGC. Όλα παρέμειναν ως έχουν — απλώς η γλώσσα έγινε πιο φιλική.
Γι’ αυτό δεν κουνήθηκε η Lloyd’s. Η αλήθεια για το Ορμούζ βρίσκεται αλλού από τις ανακοινώσεις των υπουργών — βρίσκεται στις τιμές των ασφαλίστρων, που παραμένουν σε επίπεδα που καθιστούν τη διέλευση οικονομικά ασύμφορη για την πλειονότητα των πλοίων.
Η ανεστραμμένη πυραμίδα
Αλλά το Ορμούζ είναι μόνο το εξωτερικό σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Στο Ιράν σήμερα ισχύει ένας παράδοξος κανόνας: όσο ανεβαίνεις στην ιεραρχία, τόσο λιγότερο αποφασίζει αυτός που υποτίθεται ότι αποφασίζει.
Στην κορυφή, ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ. Νέος Ανώτατος Ηγέτης — και αόρατος από την πρώτη μέρα. Απών από κάθε δημόσια εμφάνιση από τις 28 Φεβρουαρίου. Κανένα βίντεο, κανένας ήχος, καμία φωτογραφία. Τα ιρανικά κρατικά ΜΜΕ χρησιμοποιούν εικόνες παραγόμενες από τεχνητή νοημοσύνη για να καλύψουν το κενό. Λέγεται ότι συμμετέχει σε συσκέψεις μέσω ηχητικής σύνδεσης — αλλά τα επίσημα διατάγματα παραμένουν ανυπόγραφα. Στα ιρανικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφορεί μια εικόνα με άδεια καρέκλα κάτω από προβολέα και την επιγραφή «Πού είναι ο Μοτζτάμπα;». Η ερώτηση είναι κυριολεκτική.
Ένα σκαλί χαμηλότερα, ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν — πολιτικός με γνήσια μεταρρυθμιστική διαδρομή, εκλεγμένος με λαϊκή εντολή, και ουσιαστικά ανίσχυρος. Έχει προειδοποιήσει ιδιωτικά ότι χωρίς εκεχειρία η ιρανική οικονομία κινδυνεύει με ολική κατάρρευση εντός εβδομάδων. Το IRGC το γνωρίζει — και θεωρεί ακριβώς αυτό τον λόγο για τον οποίο ο Πεζεσκιάν οφείλει να παραμείνει μακριά από τις διαπραγματεύσεις. Αναγκάζεται σε αναγκαστικούς διορισμούς στελεχών του IRGC σε κρίσιμες θέσεις, παρά τις αντιρρήσεις του. Εκφράζει χωρίς να αποφασίζει.
Ακόμα χαμηλότερα στην τυπική ιεραρχία, αλλά ψηλότερα στην πραγματική επιρροή, ο Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ — πρόεδρος του Κοινοβουλίου, πρώην διοικητής της Αεροπορίας του IRGC, πρώην δήμαρχος Τεχεράνης. Ο άνδρας που ο Τραμπ αρνήθηκε να κατονομάσει επειδή δεν ήθελε να «τον σκοτώσει». Κινείται και στους δύο κόσμους — του IRGC και της πολιτικής — αλλά αυτή τη στιγμή απαντά στον Βαχίντι. Μεταφέρει μηνύματα. Εκεί σταματά η αρμοδιότητά του.
Και στη βάση αυτής της ανεστραμμένης πυραμίδας, εκεί όπου συγκεντρώνεται η πραγματική εξουσία: ο Αχμάντ Βαχίντι, επικεφαλής του IRGC. Ελέγχει το 30-40% του ιρανικού ΑΕΠ μέσα από ένα δίκτυο εταιρειών και θυγατρικών. Αποφασίζει χωρίς να φαίνεται. Και γνωρίζει ότι οποιαδήποτε συμφωνία που περιορίζει τις δραστηριότητές του συνιστά υπαρξιακή απειλή για αυτό που έχει χτίσει.
Το αποτέλεσμα αυτής της ανεστραμμένης πυραμίδας είναι ένα σύστημα ανίκανο να υπογράψει συμφωνία ακόμα και όταν το επιθυμεί: ο Πεζεσκιάν έχει τη βούληση, όχι την εξουσία. Ο Γκαλιμπάφ έχει την πρόσβαση, όχι την αυθεντία. Ο Βαχίντι έχει την εξουσία, όχι τη βούληση. Και ο Μοτζτάμπα — ο μόνος που θεωρητικά θα μπορούσε να συγκεράσει και τα τρία — είναι απών.
Ο αόρατος στρατός
Υπάρχει όμως ένας τρίτος παίκτης που σχεδόν απουσιάζει από τη διεθνή ανάλυση: ο Artesh, ο τακτικός ιρανικός στρατός. 420.000 άνδρες. 220.000 κληρωτοί. Μηδενική παρουσία στον πόλεμο.
Αυτή η απουσία είναι δομική. Το IRGC δημιουργήθηκε το 1979 ακριβώς ως αντίβαρο στον τακτικό στρατό, και από τότε η ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας τους διατήρησε εσκεμμένα σε μόνιμη αντιπαλότητα: άνισες χρηματοδοτήσεις, αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, εξοπλισμός δεκαετιών παλαιός για τον Artesh έναντι του πλήρως χρηματοδοτούμενου IRGC. Η λογική ήταν απλή: δύο στρατοί που αντιπαλεύουν αδυνατούν να κάνουν πραξικόπημα μαζί.
Αλλά αυτή η περιθωριοποίηση δημιούργησε κάτι που διέφυγε την προσοχή της ηγεσίας: ο Artesh ταυτίζεται σήμερα πολύ περισσότερο με τον άμαχο πληθυσμό παρά με το καθεστώς. Σιώπησε κατά τις διαδηλώσεις. Απείχε από την καταστολή. Και τώρα υπάρχουν αναφορές για λιποταξίες — στρατιώτες που εγκαταλείπουν τις θέσεις τους σιωπηλά, επιστρέφοντας στα σπίτια τους. Το IRGC έχει εκδώσει αυστηρές οδηγίες που απειλούν με σκληρές ποινές όποιον εμφανίσει σημάδια «εσωτερικής αντίστασης» — κάτι που από μόνο του αποκαλύπτει το μέγεθος της ανησυχίας.
Η σιωπή του Artesh είναι η πιο πολιτική δήλωση που μπόρεσε να κάνει χωρίς να κάνει τίποτα.
Είναι ο τρίτος παίκτης της διελκυστίνδας με το χαρτί ακόμα στο χέρι. Και όταν το παίξει — είτε μέσα από λιποταξία σε κλίμακα, είτε μέσα από ανοιχτή άρνηση εκτέλεσης εντολών — θα είναι το σήμα ότι η ανεστραμμένη πυραμίδα έχει αρχίσει να καταρρέει από τη βάση.
Πού οδηγεί αυτό
Το ερώτημα δεν είναι αν το ιρανικό καθεστώς επιβιώνει — επιβιώνει, και αυτό έχει αποδειχθεί. Το ερώτημα είναι σε ποια μορφή.
Η πιο πιθανή τροχιά σήμερα κινείται ανάμεσα στην κατάρρευση και τη μεταρρύθμιση, προς κάτι που αναζητά ακόμα το όνομά του: ένα καθεστώς όπου το IRGC κυβερνά στην πράξη, ο Μοτζτάμπα λειτουργεί ως τυπικός θρησκευτικός κεφαλής, και η κληρική νομιμοποίηση μετατρέπεται σε διακοσμητικό στοιχείο. Παρόμοια μοντέλα υπάρχουν — η Αίγυπτος, το Πακιστάν — κανένα όμως με πυρηνικό πρόγραμμα και ναρκοθετημένο στρατηγικό στενό.
Αυτή η τροχιά είναι εγγενώς ασταθής. Η οικονομία ήδη καταρρέει — τα ATM είναι άδεια, το ριάλ έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του, ο πληθωρισμός ξεπερνά το 40%. Ο Πεζεσκιάν έχει κάνει λόγο για «ολική κατάρρευση εντός εβδομάδων» αν δεν υπάρξει εκεχειρία. Κι εδώ βρίσκεται το πιο βαθύ παράδοξο: το IRGC εξαρτάται από την οικονομία που καταστρέφει. Η λογική της παρατεταμένης αντίστασης τρέφεται από τους πόρους που η ίδια η αντίσταση εξαντλεί.
Αν αυτή η αντίφαση φτάσει στο κατώφλι του μη αναστρέψιμου — αν δηλαδή ο Βαχίντι ή κάποιο τμήμα του IRGC αναγνωρίσει ότι συνεχίζοντας καταστρέφει αυτό που προστατεύει — τότε ανοίγει ο δρόμος για εσωτερική ρήξη εντός του ίδιου του IRGC. Αυτό θα είναι ανακατανομή εξουσίας μέσα στο σύστημα — όχι μεταρρύθμιση — με άγνωστο αποτέλεσμα και χωρίς εξωτερικό έλεγχο.
Και στο βάθος, σαν αθόρυβη δυναμίτιδα, παραμένει ο Artesh.
Η ερώτηση που παραμένει
Στα σχόλια που ακολούθησαν τη σημερινή ανακοίνωση για το Ορμούζ, η φράση που επανερχόταν ήταν «βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση». Αλλά ένα βήμα προς ποια κατεύθυνση, και από ποιον;
Το Ορμούζ «άνοιξε» για το υπόλοιπο της εκεχειρίας — σε «συντονισμένη διαδρομή» που σημαίνει συνεχιζόμενο ιρανικό έλεγχο. Το αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών παραμένει. Οι νάρκες βρίσκονται στον βυθό. Κι ένας Ανώτατος Ηγέτης επικοινωνεί — αν επικοινωνεί — μέσω ηχητικής σύνδεσης.
Αυτό που φαίνεται σαν αποκλιμάκωση είναι η συνέχεια της ίδιας λογικής κλιμάκωσης σε χαμηλότερη ένταση: κάθε κίνηση «ανοίγματος» εμπεριέχει νέους όρους που διαιωνίζουν τη μόχλευση. Το σύστημα διαχειρίζεται την ένταση ώστε να μεγιστοποιήσει τη θέση του στις επόμενες διαπραγματεύσεις — εφόσον υπάρχει κάποιος να τη μεγιστοποιήσει.
Και εδώ βρίσκεται η πιο ανησυχητική διάσταση της σημερινής εικόνας: το πρόβλημα δεν είναι ότι το Ιράν αρνείται να αποφασίσει. Είναι ότι το σύστημά του έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου η ερώτηση «ποιος αποφασίζει» παύει να έχει απάντηση. Ο αόρατος Ανώτατος Ηγέτης, ο παραγκωνισμένος πρόεδρος και ο σιωπηλός τακτικός στρατός αποτελούν τρεις εκδοχές του ίδιου φαινομένου: παρόντες χωρίς να αποφασίζουν, υπαρκτοί χωρίς να είναι ορατοί.
Ένα σύστημα που έχει χάσει το κέντρο λήψης αποφάσεών του μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί — αυτόματα, επικίνδυνα, χωρίς κατεύθυνση. Μέχρι να αποφασίσει εκείνος που σιωπά.
* Η Δανάη Κουμανάκου, απόφοιτος Κοινωνιολογίας και Πολιτικών Επιστημών (Παρίσι, Αθήνα), υπηρέτησε για δεκαετίες στον ελληνικό διπλωματικό κλάδο. Διετέλεσε Διευθύντρια Εθιμοτυπίας του ΥΠΕΞ (Ελληνική Προεδρία της ΕΕ, Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνας) και στη συνέχεια Γενική Διευθύντρια Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, με ενεργό συμμετοχή σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Τα τελευταία δέκα χρόνια κατείχε πρεσβευτικές θέσεις, εκπροσωπώντας την Ελλάδα με επιτυχία σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Διαθέτει ιδιαίτερη εμπειρία στα θέματα ενέργειας, καθώς και στην πολιτιστική διπλωματία.
Μιλά αγγλικά, γαλλικά, σερβικά και τουρκικά. Ζει μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου.
