Η Μετατόπιση του Κέντρου Βάρους | Το Παλαιστινιακό αλλάζει χέρια — το Κουρδικό αποκτά χώρο

Γράφει η Πρέσβειρα ε.τ. Δανάη-Μαγδαληνή Κουμανάκου

Από όλες τις μεταβολές που συντελούνται σήμερα στη Μέση Ανατολή, μία ξεχωρίζει για τη σιωπηλή αλλά βαθιά σημασία της: το Παλαιστινιακό δεν εξαφανίζεται — μετασχηματίζεται. Και αυτός ο μετασχηματισμός είναι που δημιουργεί, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, χώρο για ένα άλλο ζήτημα να αποκτήσει γεωπολιτική λειτουργία: το Κουρδικό. Η σχέση μεταξύ των δύο δεν είναι απλή διαδοχή — το ένα δεν αντικαθιστά το άλλο. Είναι κάτι πιο σύνθετο, και γι’ αυτό πιο σημαντικό να κατανοηθεί, καθώς αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται η λειτουργία του περιφερειακού συστήματος.

Το Παλαιστινιακό δεν φεύγει — αλλάζει ορισμό

Για εβδομήντα και πλέον χρόνια, το Παλαιστινιακό οργανωνόταν γύρω από μια συγκεκριμένη γλώσσα: αυτοδιάθεση, κράτος, σύνορα, επιστροφή προσφύγων. Ήταν η γλώσσα των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, των ειρηνευτικών διαδικασιών, της αραβικής ρητορικής. Και ήταν μια γλώσσα που απαιτούσε διπλωματική επένδυση, πολιτική νομιμοποίηση, στρατηγική υπομονή.

Αυτή η γλώσσα δεν κυριαρχεί πλέον. Στη θέση της έχει εγκατασταθεί μια διαφορετική: διακυβέρνηση, αποστρατιωτικοποίηση, ανοικοδόμηση, σταθεροποίηση. Η διαφορά δεν είναι σημασιολογική — είναι ουσιαστική. Η πρώτη γλώσσα προϋπέθετε πολιτική λύση. Η δεύτερη παρακάμπτει το ερώτημα της λύσης και αντικαθιστά το «τι θέλουν οι Παλαιστίνιοι» με το «πώς διοικείται η Γάζα».

Αυτή ακριβώς είναι η λογική που αποτυπώνεται στο 20-σημειο πλάνο Τραμπ — και η κατανόησή της είναι κρίσιμη για να διαβαστεί σωστά η σημερινή συγκυρία. Το πλάνο δεν αδιαφορεί για τη Γάζα. Αντίθετα: επενδύει σε αυτήν με πρωτοφανή ένταση και εύρος. Δημιουργεί Board of Peace με 27 χώρες-μέλη, δεσμεύει $17 δισεκατομμύρια, σχεδιάζει ανάπτυξη 20.000 στρατιωτών Δύναμης Σταθεροποίησης, εγκαθιστά τεχνοκρατική επιτροπή Παλαιστινίων για τη διοίκηση της Γάζας. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο αμερικανικό παρεμβατισμό στο Παλαιστινιακό εδώ και δεκαετίες — έναν παρεμβατισμό που θυμίζει περισσότερο αρχιτεκτονική μετα-σύγκρουσης παρά κλασική ειρηνευτική διαδικασία.

Το κρίσιμο όμως δεν είναι η ένταση της επένδυσης — είναι το τι απουσιάζει από αυτήν. Το πλάνο δεν εγγυάται Παλαιστινιακό κράτος. Δεν απαντά στο ερώτημα της αυτοδιάθεσης. Δεν συνδέει τη Γάζα με τη Δυτική Όχθη σε καμία πολιτική προοπτική. Οι ΗΠΑ επέστρεψαν στο Παλαιστινιακό — αλλά με διαφορετική εντολή: όχι να το λύσουν, αλλά να το διαχειριστούν. Και αυτή η διαφορά δεν είναι δευτερεύουσα· ορίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα της παρέμβασης.

Το Παλαιστινιακό, δηλαδή, δεν υποχωρεί από την ατζέντα — υποβαθμίζεται εντός της. Παραμένει παρόν ως κρίση, αλλά αποσυνδέεται από την πολιτική. Γίνεται αντικείμενο διαχείρισης, όχι επίλυσης. Και αυτή η μετατόπιση — από πολιτικό ζήτημα σε ανθρωπιστικό και διοικητικό πρόβλημα — είναι που αλλάζει τη λειτουργία του συστήματος γύρω του.

Υπάρχει και μια δομική παράμετρος που ενισχύει αυτή την εκτίμηση. Οι παραδοσιακοί χορηγοί του Παλαιστινιακού — το Ιράν, η Χεζμπολάχ, η Hamas ως στρατηγικός παράγοντας — βρίσκονται υπό πίεση που περιορίζει δραστικά την ικανότητά τους να επενδύουν στρατηγικά. Ο νέος χορηγός, οι ΗΠΑ, εισέρχεται με εντελώς διαφορετικούς όρους: όχι ως υποστηρικτής Παλαιστινιακής κρατικότητας, αλλά ως διαχειριστής μετα-σύγκρουσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα Παλαιστινιακό που «ζει» — αλλά με άλλη λογική και άλλους στόχους από αυτούς που το συγκροτούσαν επί δεκαετίες, και κυρίως με διαφορετική θέση μέσα στην ιεράρχηση των διεθνών προτεραιοτήτων.

Το Κουρδικό δεν καλείται να γεμίσει κενό — καλείται να λειτουργήσει

Σε αυτό το περιβάλλον, ένα άλλο ζήτημα αρχίζει να αποκτά κίνηση — και η κίνησή του δεν εξηγείται από την υποχώρηση του Παλαιστινιακού, αλλά από τη δική του εσωτερική ωρίμανση συνδυασμένη με ευνοϊκές δομικές συνθήκες.

Το Κουρδικό δεν είναι νέο. Υπήρχε πάντα ως υπόγεια πραγματικότητα — ζήτημα που εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν ανάλογα με τη συγκυρία. Αυτό που αλλάζει το 2026 είναι ότι συγκλίνουν, για πρώτη φορά, συνθήκες που του επιτρέπουν να αποκτήσει λειτουργία μέσα στο σύστημα — όχι ως αίτημα αναγνώρισης, αλλά ως παράγοντας ισορροπίας και επιρροής.

Εδώ η ανάλυση απαιτεί ακρίβεια. Δεν μιλάμε για το κουρδικό ζήτημα στο σύνολό του. Τα κουρδικά κινήματα της Τουρκίας και της Συρίας ακολουθούν διαφορετική ιστορική και ιδεολογική διαδρομή. Αυτό που μετακινείται γεωπολιτικά είναι το κουρδικό ζήτημα στον άξονα Ιράν–Ιράκ — το λεγόμενο Ροζχελάτ — με τη γεωγραφία, τις δομές και την ιστορία που το καθιστούν μοναδικό παράγοντα σε αυτή τη συγκυρία.

Τρεις παράμετροι ορίζουν αυτή τη μετατόπιση.
Πρώτη: η αποδυνάμωση του Ιράν μειώνει την ικανότητά του να ελέγχει τις κουρδικές περιοχές στα δυτικά του σύνορα. Δεν πρόκειται για κατάρρευση — πρόκειται για μεταβολή ισορροπίας. Και αυτή αρκεί: δημιουργεί ένα κενό πίεσης που αποκτά στρατηγική αξία για όσους αναζητούν μοχλούς επιρροής επί του ιρανικού συστήματος.

Δεύτερη: η νέα Δαμασκός αποσυνδέεται ενεργά από τον ιρανικό άξονα. Αυτό δεν επηρεάζει μόνο τη Χεζμπολάχ — επηρεάζει συνολικά τη λογική με την οποία λειτουργούσε η περιφερειακή ισορροπία. Και δημιουργεί νέες δυνατότητες κίνησης για δρώντες που βρίσκονταν μέχρι τώρα στις παρυφές.

Τρίτη: οι ίδιες οι κουρδικές οργανώσεις αντιλαμβάνονται ότι η συγκυρία δεν είναι επανάληψη. Στις αρχές του 2026, πέντε από τις σημαντικότερες κουρδικές οργανώσεις του ιρανικού Κουρδιστάν ανακοίνωσαν τη δημιουργία κοινής πολιτικής πλατφόρμας — μια από τις σημαντικότερες κινήσεις πολιτικής ενοποίησης εδώ και δεκαετίες. Η σημασία της δεν έγκειται μόνο στο τι λέει, αλλά στο τι σηματοδοτεί: ότι αυτοί που βρίσκονται πιο κοντά στο πεδίο αντιλαμβάνονται παράθυρο που ανοίγει — και ότι η χρονική συγκυρία έχει πλέον στρατηγική σημασία.

Σε αντίθεση με το Παλαιστινιακό, το κουρδικό ζήτημα στον άξονα Ιράν–Ιράκ διαθέτει στοιχεία κρατικότητας: έδαφος, διοικητικές δομές, οικονομική δραστηριότητα, εμπειρία διακυβέρνησης. Το Ιρακινό Κουρδιστάν λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως de facto πολιτική οντότητα — και αυτό δημιουργεί κάτι κρίσιμο: δυνατότητα λειτουργίας, δυνατότητα συνέχειας, δυνατότητα αξιοποίησης από εξωτερικούς δρώντες.

Η σχέση των δύο: όχι διαδοχή, αλλά παράλληλη μετατόπιση

Η κεντρική θέση που προκύπτει δεν είναι «το ένα φεύγει, το άλλο έρχεται». Είναι κάτι πιο ακριβές και πιο χρήσιμο αναλυτικά: και τα δύο ζητήματα μετασχηματίζονται ταυτόχρονα — αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, επηρεάζοντας τη συνολική ισορροπία με διαφορετικό τρόπο.

Το Παλαιστινιακό μετασχηματίζεται από πολιτικό αίτημα σε διαχειριστικό πρόβλημα. Η ένταση της διεθνούς εμπλοκής παραμένει ή και αυξάνεται — αλλά η φύση της εμπλοκής αλλάζει ριζικά. Οι ΗΠΑ δεν επέστρεψαν για να δώσουν κράτος στους Παλαιστινίους· επέστρεψαν για να εγκαταστήσουν μια διαχειρίσιμη τάξη σε μια περιοχή που διαφορετικά θα παρέμενε εστία αστάθειας. Αυτό είναι υποβάθμιση — ακόμη κι αν ντύνεται με τη γλώσσα της «ειρήνης».

Το Κουρδικό μετασχηματίζεται από ζήτημα ταυτότητας σε παράγοντα ισχύος. Δεν εντάσσεται στην ατζέντα επειδή «ωρίμασε» ιστορικά — εντάσσεται επειδή αποκτά χρησιμότητα μέσα σε μια περίοδο αναδιάταξης. Και αυτή η χρησιμότητα είναι συγκεκριμένη: το κουρδικό ζήτημα στον άξονα Ιράν–Ιράκ προσφέρει μοχλό πίεσης σε έναν αντίπαλο — το Ιράν — που βρίσκεται σε φάση αδυναμίας. Αυτό το καθιστά, για πρώτη φορά, χρήσιμο εργαλείο για δρώντες που δεν ήταν παλαιότερα διατεθειμένοι να το αξιοποιήσουν.

Η αντιστροφή είναι σαφής — αλλά όχι με την έννοια της διαδοχής. Είναι αντιστροφή τροχιάς: το ένα κατεβαίνει ως πολιτικό ζήτημα ενώ ανεβαίνει ως διαχειριστικό βάρος· το άλλο ανεβαίνει ως στρατηγικός παράγοντας χωρίς να έχει ακόμη αποκτήσει τη διεθνή νομιμοποίηση που θα το στερεώσει.

Η πρόβλεψη

Αν η παρούσα δυναμική διατηρηθεί, το Παλαιστινιακό εισέρχεται σε μια φάση δομικής ακινησίας: θα παραμένει παρόν ως κρίση — με περιοδικές εκρήξεις, διαρκές ανθρωπιστικό βάρος, και μια διεθνή αρχιτεκτονική που θα το διαχειρίζεται χωρίς να το επιλύει. Το πλάνο Τραμπ δεν θα καταρρεύσει — αλλά δεν θα οδηγήσει σε κράτος, σε αυτοδιάθεση, ή σε οποιαδήποτε μορφή πολιτικής κανονικότητας για τους Παλαιστινίους. Θα είναι διαχείριση που παρουσιάζεται ως λύση, χωρίς να μεταβάλλει τον πυρήνα του προβλήματος.

Το κουρδικό ζήτημα στον άξονα Ιράν–Ιράκ θα ακολουθήσει αντίθετη τροχιά: η ζώνη Ροζχελάτ θα μετατραπεί σε μόνιμο μέτωπο πίεσης, όχι ως συνεχής ανοιχτή σύγκρουση, αλλά ως δομική αστάθεια που δεσμεύει ιρανικούς πόρους και αναδιατάσσει τις προτεραιότητες ασφάλειας. Οι κουρδικές οργανώσεις θα αποκτήσουν εξωτερική αναγνώριση — όχι διακηρυγμένη, αλλά λειτουργική, μέσα από επαφές και ρόλους που δεν θα ανακοινώνονται. Το Ιρακινό Κουρδιστάν θα λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως διπλωματικός χώρος και ενδιάμεσος.

Ωστόσο, η ιστορία των Κούρδων είναι γεμάτη από στιγμές όπου η συγκυρία φάνηκε να ανοίγει — και έκλεισε απότομα. Το 1975, το 1991, το 2017 δεν είναι απλώς ημερομηνίες· είναι υπενθυμίσεις ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα είναι συνθήκη, όχι εγγύηση. Η διαφορά σήμερα είναι ότι η χρησιμότητα υπερισχύει της επιφύλαξης — και αυτό, προς το παρόν, αρκεί.

Αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι λύση. Είναι νέα αρχιτεκτονική — με τα ίδια ανοιχτά ζητήματα, αλλά διαφορετική κατανομή βαρών. Και σε αυτή την αρχιτεκτονική, ο ρόλος δεν κατανέμεται με βάση το δίκαιο ή την ιστορική αδικία. Κατανέμεται με βάση τη χρησιμότητα — εκεί όπου η γεωπολιτική λειτουργία καθορίζει τη θέση κάθε παράγοντα μέσα στο σύστημα.

* Η Δανάη Κουμανάκου, απόφοιτος Κοινωνιολογίας και Πολιτικών Επιστημών (Παρίσι, Αθήνα), υπηρέτησε για δεκαετίες στον ελληνικό διπλωματικό κλάδο. Διετέλεσε Διευθύντρια Εθιμοτυπίας του ΥΠΕΞ (Ελληνική Προεδρία της ΕΕ, Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνας) και στη συνέχεια Γενική Διευθύντρια Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, με ενεργό συμμετοχή σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Τα τελευταία δέκα χρόνια κατείχε πρεσβευτικές θέσεις, εκπροσωπώντας την Ελλάδα με επιτυχία σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Διαθέτει ιδιαίτερη εμπειρία στα θέματα ενέργειας, καθώς και στην πολιτιστική διπλωματία.
Μιλά αγγλικά, γαλλικά, σερβικά και τουρκικά. Ζει μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου.