Το Πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης και η Καταστροφή μιας Ιστορικής Ελληνικής Κοινότητας

Γράφει ο Δημήτριος Καρκαμάνης*

6-7 Σεπτεμβρίου 1955 — Όταν ένα Πογκρόμ Άλλαξε την Ιστορία της Ελληνικής Κοινότητας της Κωνσταντινούπολης

Κάποιες ημερομηνίες δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Παραμένουν προειδοποιήσεις για το παρόν.

Στις 6-7 Σεπτεμβρίου 1955, η Κωνσταντινούπολη έγινε μάρτυρας ενός βίαιου πογκρόμ εναντίον της ιστορικής ελληνικής κοινότητας της πόλης. Χιλιάδες ελληνικά σπίτια και επιχειρήσεις λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν, εκκλησίες και σχολεία δέχθηκαν επιθέσεις, ενώ άνθρωποι υπέστησαν δολοφονίες, σοβαρή βία και σεξουαλική κακοποίηση. Ανάμεσα στα θύματα βρέθηκαν επίσης Αρμένιοι και Εβραίοι.

Το 1955, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες ζούσαν ακόμη στην Κωνσταντινούπολη. Ανήκαν σε μια κοινότητα με παρουσία αιώνων, με σχολεία, εκκλησίες και επιχειρήσεις.

Η άμεση αφορμή ήταν η βομβιστική επίθεση στο Τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, στον χώρο που συνδέεται με τον τόπο γέννησης του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης το παρουσίασαν ως ελληνική επίθεση. Η ελληνική έρευνα, ωστόσο, ενέπλεξε τον Οκτάι Ενγκίν, Τούρκο υπάλληλο του προξενείου, ο οποίος συνελήφθη και αργότερα επέστρεψε στην Τουρκία.

Η βομβιστική επίθεση έγινε ο καταλύτης για μαζική κινητοποίηση εναντίον των Ελλήνων.

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν απλώς ένα αυθόρμητο ξέσπασμα λαϊκής οργής.

Σύγχρονα διπλωματικά έγγραφα και μεταγενέστερη ιστορική έρευνα υποδεικνύουν οργανωμένη προετοιμασία, μετακίνηση ομάδων προς την Κωνσταντινούπολη, διανομή εργαλείων καταστροφής, καθώς και την αδυναμία των αρχών να προστατέψουν αποτελεσματικά τα θύματα.

Η καταστροφή ήταν τεράστια. Χιλιάδες ελληνικά καταστήματα και σπίτια υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν, ενώ δεκάδες ορθόδοξες εκκλησίες και ιδρύματα δέχθηκαν επιθέσεις. Τα ακριβή στοιχεία διαφέρουν, όμως το μέγεθος της βίας δεν αμφισβητείται.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη ζημιά δεν ήταν μόνο υλική.

Ήταν η καταστροφή της εμπιστοσύνης.

Μετά τον Σεπτέμβριο του 1955, πολλοί Έλληνες δεν αισθάνονταν πλέον ασφαλείς σε μια χώρα όπου οι ίδιοι και οι οικογένειές τους είχαν ζήσει επί γενεές. Το πογκρόμ επιτάχυνε τη μετανάστευση και τη δημογραφική συρρίκνωση, μειώνοντας σταδιακά τον ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης σε ένα μικρό απομεινάρι του παλαιότερου μεγέθους του.

Η Ελλάδα και η Τουρκία ήταν και οι δύο μέλη του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία αποτελούσε στρατηγικά ζωτικό δυτικό σύμμαχο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Η αντίδραση των δυτικών δυνάμεων αντανακλούσε συνεπώς μια δύσκολη αντίφαση της διεθνούς πολιτικής: τι συμβαίνει όταν τα στρατηγικά συμφέροντα συγκρούονται με την προστασία των μειονοτήτων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Το δίδαγμα δεν είναι το μίσος.

Είναι η ευθύνη.

Ο εθνικισμός γίνεται επικίνδυνος όταν οι πολιτικοί ηγέτες μετατρέπουν τις μειονότητες σε αποδιοπομπαίους τράγους· όταν η προπαγάνδα μεταμορφώνει πολίτες σε υποτιθέμενους εχθρούς· όταν οι κρατικοί θεσμοί αποτυγχάνουν να τους προστατεύσουν· και όταν οι διεθνείς παράγοντες παραμένουν σιωπηλοί επειδή τα γεωπολιτικά συμφέροντα φαίνονται πιο επείγοντα.

Η ιστορία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης αποτελεί μέρος της ευρύτερης ευρωπαϊκής ιστορίας των μειονοτήτων, του εθνικισμού, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οφείλουμε να θυμόμαστε τις 6-7 Σεπτεμβρίου 1955 — όχι για να διαιωνίσουμε την εχθρότητα ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους, αλλά για να υπερασπιστούμε μια αρχή που υπερβαίνει και τους δύο:

Οι μειονότητες δεν πρέπει ποτέ να γίνονται αναλώσιμες για χάρη πολιτικής σκοπιμότητας.

Η μνήμη δεν είναι εκδίκηση.

Η μνήμη είναι ευθύνη.

* Ο Δημήτριος Καρκαμάνης είναι οικονομολόγος και πολιτικός επιστήμων, πρώην πανεπιστημιακός και ανώτερος ερευνητής (Senior Research Fellow) στο Swedish National Defence Research Institute – Swedish Defence Research Agency, πρώην Ανώτερος Αξιωματούχος (Senior Officer) στο Αρχηγείο των Σουηδικών Ενόπλων Δυνάμεων (Swedish Armed Forces Headquarters), πρ. οικονομικός υπεύθυνος της Σουηδικής Πολεμικής Αεροπορίας (Swedish Air Force), καθώς και οικονομικός υπεύθυνος του αεροναυπηγικού προγράμματος JAS-39 “Gripen” (το σουηδικό μαχητικό αεροσκάφος 4+, και τώρα 4,5, γενιάς) στο Γενικό Επιτελείο της Σουηδικής Πολεμικής Αεροπορίας στη Στοκχόλμη.