Σε στρατηγικό δίλημμα ο Τραμπ για το Ιράν

Γράφει ο Γιάννης Κουτσομύτης

Η απόφαση του Προέδρου των ΗΠΑ να ανακαλέσει πυραυλικό κτύπημα κατά στρατιωτικών στόχων του Ιράν λίγη ώρα πριν εξαπολυθεί η επίθεση έχει δημιουργήσει δικαιολογημένα ερωτήματα για τους στόχους και τη στρατηγική σκέψη του Ντόναλντ Τραμπ ως προς την αντιμετώπιση της Τεχεράνης.

Από το 2015, όταν ξεκίνησε την προεκλογική του εκστρατεία, μέχρι και πρόσφατα, ο αμερικανός Πρόεδρος έχει ακολουθήσει μια πολύ σκληρή γραμμή που συνοψίζεται στη φράση “maximum pressure” (“μέγιστη πίεση”), με σκοπό υποτίθεται την αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν, αλλά στην ουσία (παρότι δημοσίως το αρνούνται) την ανατροπή του καθεστώτος των μουλάδων και την εγκαθίδρυση ενός φιλοδυτικού καθεστώτος.

To δόγμα αυτό βασίζεται στο στρατήγημα ότι ο οικονομικός αποκλεισμός του Ιράν θα λυγίσει το καθεστώς και θα το οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις forcé όπου θα συνθηκολογήσει όχι μόνο για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά συνολικά σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τις αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου, όπως είναι το πυραυλικό του πρόγραμμα, τη στήριξη στο καθεστώς του Χάφεζ αλ-Ασάντ στη Συρία, τον εξοπλισμό στρατιωτικών οργανώσεων στο Λίβανο (Χεζμπολάχ), την Υεμένη (Χούτι) και η Λωρίδα της Γάζας (Ισλαμική Τζιχάντ) και τη στήριξη σε Σιίτες αντικαθεστωτικούς στη Σαουδική Αραβία και το Μπαχρέιν. Πρόκειται για ένα στρατήγημα, το οποίο προωθούν εδώ και πολλά χρόνια τα λεγόμενα “γεράκια” της εξωτερικής πολιτικής στις ΗΠΑ, με προεξάρχοντα τον νυν Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου Τζον Μπόλτον και υποστηρίζεται από ισχυρότατους οικονομικούς παράγοντες στις ΗΠΑ, όπως ο Αμερικανοϊσραηλινός επιχειρηματίας και βασικός χορηγός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος Ρίτσαρντ Άντελσον.

Το βασικό πρόβλημα όμως αυτού του στρατηγήματος είναι ότι καθιστά ιδιαίτερα πιθανή μια πολεμική σύγκρουση με το Ιράν, καθώς το καθεστώς της Τεχεράνης είναι πολύ πιθανότερα να αντιδράσει δυναμικά παρά να αναμένει το αργό του θάνατο μέσω της συνθηκολόγησης στους αρχετυπικούς του εχθρούς. Και εδώ είναι που ξεκινούν τα προβλήματα για την Προεδρία Τραμπ, διότι ο αμερικανός Πρόεδρος δεν είναι καθόλου έτοιμος να εμπλακεί σε ένα μεγάλης κλίμακας πόλεμο με το Ιράν, ο οποίος θα περιλαμβάνει αναγκαστικά την ανάκληση από την εφεδρεία και την επιστράτευση εκατοντάδων χιλιάδων αμερικανών πολιτών και εν τέλει και πολλά θύματα. Ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 και ο εγκλωβισμός εκεί των ΗΠΑ για πολλά χρόνια με κόστος εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολλάρια και με αποτέλεσμα εν μέρει τη δημιουργία του τζιχανστιστικού Ισλαμικού Κράτους ξυπνά εφιάλτες σε πάρα πολλούς πολίτες, όπως δείχνουν ξεκάθαρα όλες οι δημοσκοπήσεις. Παρ’ όλη την επίμονη καμπάνια επί σειρά ετών στα αμερικανικά ΜΜΕ για τον “απόλυτο εχθρό, το Ιράν”, οι αμερικανοί πολίτες απλά δεν έχουν καμία διάθεση να πολεμήσουν ξανά στη Μέση Ανατολή για οποιοδήποτε λόγο. Δεν είναι τυχαίο δε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ εκλέχθηκε το 2016 με ένα από τα βασικά του συνθήματα να είναι “όχι άλλοι πόλεμοι”, και με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουν όλοι οι αμερικανοί στρατιώτες που σταθμεύουν στα πεδία των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κάνει δηλώσεις σε δημοσιογράφους στον κήπο του Λευκού Οίκου (18/6/2019] [Φωτό: Λευκός Οίκος]

Πριν λίγες ημέρες ο Τραμπ εγκαινίασε την προεκλογική του καμπάνια για τις προεδρικές εκλογές του 2020, εν μέσω δυσμενών δημοσκοπήσεων για τη δυνατότητά του να αντιμετωπίσει τους Δημοκρατικούς πιθανούς αντιπάλους του, ειδικά στις κρίσιμες Πολιτείες που κρίνουν και την νίκη στους εκλέκτορες. Η ηγέτης των Ρεπουμπλικανών και οι επιτελείς του γνωρίζουν πολύ καλά ότι εάν ξεκινήσει πόλεμο κατά του Ιράν θα αποτελέσει πανεύκολο στόχο για τους Δημοκρατικούς, ειδικά στις Πολιτείες του λεγόμενου Rustbelt, την Πενσυλβάνια, το Μίτσιγκαν και το Οχάιο, οι οποίες είναι απολύτες απαραίτητες να κερδηθούν από τον Τραμπ εάν θέλει να επανεκλεγεί.

Έτσι τώρα ο αμερικανός Πρόεδρος βρίσκεται ενώπιον ενός πολύ δύσκολου στρατηγικού διλήμματος: να συνεχίσει την πολιτική της σιδηράς πυγμής και να ρισκάρει έναν πόλεμο με το Ιράν, ή να επιδείξει μετριοπάθεια, προσπαθώντας να αποφύγει τον πόλεμο που πιθανόν να εκμηδένιζε τις πιθανότητες επανεκλογής του. Η απόφασή του να ανακαλέσει την τελευταία στιγμή τα ξημερώματα της Παρασκευής το κτύπημα στο Ιράν ίσως και να δείχνει προς τα που κλίνει ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά η συγκεκριμένη σύγκρουση είναι παίγνιο για δυο παίκτες και κανείς δεν γνωρίζει εάν το ιρανικό καθεστώς θα κρίνει ότι η διστακτικότητα του Τραμπ να εμπλακεί σε ένα μείζονα πόλεμο παρέχει στη Τεχεράνη ένα στρατηγικό πλεονέκτημα σε αυτήν τη συγκυρία.

Στην Ουάσιγκτον, στο Ισραήλ και τις αραβικές χώρες του Κόλπου άρχισαν ήδη οι γκρίνιες για τη διαφαινόμενη διστακτικότητα του Τραμπ, καθώς είχαν ποντάρει ότι θα ηγηθεί του πολέμου που ονειρεύονται κατά του Ιράν. Από χθες ακούγονται και γράφονται χαρακτηρισμοί όπως “Obama 2.0”, “Twitter tiger” (εκ του “paper tiger”) κ.ά. Δεν είναι πάντως σαφές που τελικά θα καταλήξει ο Τραμπ, αλλά αυτό που έχει φανεί στα τέσσερα χρόνια που τον γνωρίζουμε πλέον πολύ καλά είναι πως ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το πολιτικό του μέλλον, παρά στο να μείνει συνεπής σε δεσμεύσεις προς τους υποστηρικτές του όταν τα δυο αυτά συμφέροντα συγκρούονται. Το δε λόμπυ των “γερακιών”, μπορεί μεν να στηρίζει πλήρως τον Τραμπ, αλλά για αυτούς προέχει ο υπέρτατος σκοπός που είναι η “τελική λύση” επί του Ιράν, παρά η πολιτική καριέρα του Ντόναλντ Τραμπ.

2 Σχόλια

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.