Η Σιωπή των Πρέσβεων

Γράφει η Πρέσβειρα ε.τ. Δανάη-Μαγδαληνή Κουμανάκου*

Η απουσία της ετήσιας διάσκεψης των Πρέσβεων, ενός θεσμού που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες – συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας – διατηρείται σταθερά ως φόρουμ στρατηγικού αναστοχασμού, δεν είναι απλώς οργανωτική παράλειψη. Συνιστά σύμπτωμα θεσμικής εσωστρέφειας και σταδιακής αποδυνάμωσης του ελληνικού διπλωματικού κλάδου ως στρατηγικού συνομιλητή. Αν και κάποιες συναντήσεις οργανώθηκαν περί το τέλος της δεκαετίας του 1990 και επαναλήφθηκαν στα μέσα της δεκαετίας 2000, η συνέχιση του θεσμού εγκαταλείφθηκε – όπως και στο παρελθόν – σιωπηλά.

Η αποδυνάμωση αυτή συνοδεύτηκε και από μια μεθοδευμένη υπηρεσιακή μετάβαση: την πρόωρη και σχεδόν αθόρυβη αποχώρηση έμπειρων στελεχών που ενσάρκωναν κρίσιμο μέρος της θεσμικής μνήμης του ΥΠΕΞ, χωρίς να διασφαλίζεται η οργανική μεταβίβασή της, και την εκ των πραγμάτων ανάθεση της διοίκησης σε στελέχη με μικρότερη εμπειρία. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την απροθυμία της πολιτικής ηγεσίας, με επίκληση της υπερίσχυσης του Οργανισμού του ΥΠΕΞ, να εφαρμόσει ομοιόμορφα το γενικό πλαίσιο συνταξιοδότησης στο 67ο έτος στο δημόσιο, διατηρώντας μόνον επιλεκτικά στελέχη πέραν του ορίου. Το αποτέλεσμα ήταν, για ένα μεγάλο και σημαντικό διάστημα για τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, τοπίο υπηρεσιακής ασάφειας και άνισων όρων, που αποδυνάμωσε ακόμα περισσότερο το κύρος του θεσμού.

Η περίπτωση της ενσωμάτωσης των Οικονομικών και Εμπορικών Ακολούθων στο Υπουργείο Εξωτερικών ανέδειξε με ιδιαίτερη καθαρότητα τη διαχρονικά αλλοπρόσαλλη στάση της πολιτικής ηγεσίας έναντι του θεσμού. Η ένταξη αυτή, που ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, δεν υπήρξε αποτέλεσμα θεσμικού σχεδιασμού ή στρατηγικής ενίσχυσης του ΥΠΕΞ, αλλά μάλλον απόκριση σε συντεχνιακές πιέσεις και πρακτικές ανάγκες λειτουργών που, υπηρετώντας προηγουμένως σε άλλο υπουργείο, δεν απολάμβαναν τα θεσμικά και οικονομικά εχέγγυα της διπλωματικής υπηρεσίας.

Η απουσία διαλόγου με τον διπλωματικό κλάδο και η έλλειψη συνοδευτικής αποσαφήνισης της αποστολής του νέου αυτού προσωπικού δημιούργησαν λειτουργικές ασυμμετρίες και ζητήματα υπηρεσιακής συνοχής, τα οποία παραμένουν άλυτα. Έτσι, ένα ακόμα κρίσιμο παράδειγμα μεταρρύθμισης –αντί να ενισχύσει τον θεσμό– ανέδειξε τα όρια μιας πολιτικής που προσεγγίζει το ΥΠΕΞ εργαλειακά και αποσπασματικά.

Ανάλογη ήταν και η περίπτωση της σχετικά πρόσφατης ένταξης των Ακολούθων Τύπου, η οποία επίσης πραγματοποιήθηκε χωρίς σαφές πλαίσιο στρατηγικού σχεδιασμού και χωρίς επαρκή διαβούλευση με τον διπλωματικό κορμό. Η ανάγκη διοικητικής ένταξης ενός υφιστάμενου μηχανισμού ενημέρωσης και δημόσιας διπλωματίας, αντί να αποτελέσει ευκαιρία οργανικής ενίσχυσης του θεσμού, προσεγγίστηκε κυρίως από διοικητική σκοπιά — ως ρύθμιση υπαλληλικών σχέσεων και όχι ως επεξεργασία πολιτικού ρόλου.

Οι πρακτικές αυτές, μπορεί στην αρχή να οδήγησαν αριθμητικά σε διεύρυνση των υπηρεσιακά συνδεδεμένων στελεχών με το ΥΠΕΞ, δεν ενίσχυσαν όμως την αποτελεσματικότητα. Αντιθέτως, η ποσοτική αύξηση χωρίς ποιοτικό σχεδιασμό λειτούργησε ως τροχοπέδη και όχι ως μοχλός ανάπτυξης διπλωματικής ικανότητας, επιβαρύνοντας τη θεσμική συνοχή και συρρικνώνοντας την εμβέλεια ουσιαστικής παρέμβασης του Υπουργείου στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

Αξιοσημείωτο παραμένει ότι, μετά την οργανική ενσωμάτωσή τους, και οι δύο αυτοί κλάδοι δεν είχαν ουσιαστική ανανέωση μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών ή στοχευμένης ενίσχυσης. Η απουσία νέων εισόδων καταδεικνύει τη μακροχρόνια απροθυμία της πολιτείας να επενδύσει συστηματικά στη δυναμική αυτών των λειτουργιών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη και οι ονομαστικά «ενισχυτικές» πράξεις αποδείχθηκαν θνησιγενείς, καθώς δεν συνοδεύτηκαν από τους αναγκαίους μηχανισμούς διαρκούς ανανέωσης και εξέλιξης.

Το ίδιο αλλοπρόσαλλο και αποσπασματικό πνεύμα χαρακτήρισε και τις οργανωτικές μεταβολές του ίδιου του ΥΠΕΞ. Από το 2000 και εξής, καταγράφηκαν δύο πλήρεις και συστηματικές αναδομήσεις — το 2007 και το 2021 — ενώ ενδιάμεσα (2010–2011, 2017 και 2024) έγιναν αποσπασματικές ή διορθωτικές παρεμβάσεις, όπως η αναθεώρηση του 2017 με αυστηροποίηση του πειθαρχικού πλαισίου και επανεξέταση υπηρεσιακών διαδικασιών, χωρίς όμως ουσιαστική αλλαγή της οργανωτικής δομής. Οι ενέργειες αυτές δεν συγκρότησαν συνεκτικό στρατηγικό σχεδιασμό και καταδεικνύουν τη γενικευμένη αμηχανία του πολιτικού προσωπικού απέναντι στην ανάγκη μιας σταθερής, λειτουργικής και αξιόπιστης εξωτερικής πολιτικής με θεσμική συνέχεια και επαγγελματική ραχοκοκαλιά.

Και όμως, παρά τις δομικές δυσκολίες, τη θεσμική απαξίωση και την επίμονη έλλειψη εμπιστοσύνης ή ουσιαστικής στήριξης από την πολιτική ηγεσία, ο διπλωματικός κλάδος συνέχισε – και συνεχίζει – να συνεισφέρει στην εθνική προσπάθεια με αυταπάρνηση, επαγγελματισμό και ανιδιοτέλεια. Σε πείσμα των εμποδίων, της διοικητικής αδιαφορίας και της απουσίας διευκολύνσεων, οι διπλωμάτες της χώρας, εντός και εκτός συνόρων, παραμένουν ενεργοί φορείς της διεθνούς παρουσίας και αξιοπρέπειας της Ελλάδας. Η διαρκής τους συμβολή, συχνά αθόρυβη και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αποτελεί αδιάψευστο τεκμήριο της θεσμικής αντοχής και του υψηλού αισθήματος καθήκοντος που διακρίνει τον κλάδο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαχρονική αδυναμία να διαμορφωθεί θεσμικός δίαυλος διαλόγου με τον διπλωματικό κλάδο έχει οδηγήσει σε μια σιωπή που δεν είναι απουσία φωνής — είναι ένδειξη αποκλεισμού.

* Η Δανάη Κουμανάκου, απόφοιτος Κοινωνιολογίας και Πολιτικών Επιστημών (Παρίσι, Αθήνα), υπηρέτησε για δεκαετίες στον ελληνικό διπλωματικό κλάδο. Διετέλεσε Διευθύντρια Εθιμοτυπίας του ΥΠΕΞ (Ελληνική Προεδρία της ΕΕ, Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνας) και στη συνέχεια Γενική Διευθύντρια Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, με ενεργό συμμετοχή σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Τα τελευταία δέκα χρόνια κατείχε πρεσβευτικές θέσεις, εκπροσωπώντας την Ελλάδα με επιτυχία σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Διαθέτει ιδιαίτερη εμπειρία στα θέματα ενέργειας, καθώς και στην πολιτιστική διπλωματία.
Μιλά αγγλικά, γαλλικά, σερβικά και τουρκικά. Ζει μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου.