Γράφει η Πρέσβειρα ε.τ. Δανάη-Μαγδαληνή Κουμανάκου*
Οι τελευταίοι βομβαρδισμοί της Ρωσίας στο Κίεβο υπογραμμίζουν ότι η πραγματικότητα έχει και πάλι ξεπεράσει τις θεσμικές γραμμές και η Ευρώπη δεν μπορεί να κρύβεται για πολύ ακόμα πίσω από το λεξιλόγιο της ειρήνης. Παρά τη δημόσια ρητορική κανονικότητας, θεσμικά και επιχειρησιακά έχει στην πραγματικότητα ήδη ξεκινήσει μια πορεία προετοιμασίας: από την Πολωνία και τις Βαλτικές έως τη Φινλανδία και τη Ρουμανία. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν τη συζήτηση περί «εγγυήσεων» που τόσες καθυστερήσεις και παρεξηγήσεις δημιούργησε, και κινούνται με το ΝΑΤΟ στη λογική της αποτροπής. Η μετατόπιση είναι πλέον εμφανής· το ερώτημα είναι με ποιον ρυθμό θα ολοκληρωθεί.
Η ανηλεής επίθεση της Μόσχας στο Κίεβο τη νύχτα της 27ης Σεπτεμβρίου αποτελεί συνέχεια ενός μοτίβου που εδώ και εβδομάδες χτίζεται μεθοδικά: μαζικοί βομβαρδισμοί, κυβερνοσαμποτάζ, υβριδικές επιχειρήσεις, υπερπτήσεις, διαρκείς προκλήσεις. Κάθε νέο κύμα επιθέσεων κάνει πιο ορατό το χάσμα ανάμεσα στην ωμή πραγματικότητα του πολέμου και στον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιλέγουν να μιλούν για αυτήν. Η ευρωπαϊκή ηγεσία έχει πλήρη επίγνωση αυτής της πραγματικότητας. Θεσμικά, η προετοιμασία έχει ήδη αρχίσει: Ευρωπαϊκό Αμυντικό Ταμείο, Sky Shield, «τείχος drones» στα ανατολικά σύνορα, δεσμεύσεις για 5% του ΑΕΠ σε αμυντικές δαπάνες.
Το πολιτικό προσωπικό όμως εξακολουθεί να μιλάει τη γλώσσα της κανονικότητας. Αυτό δεν είναι λάθος· είναι ο ευρωπαϊκός τρόπος: να παίζει μέχρι τέλους το χαρτί της ειρήνης, να κρατά ανοιχτούς τους διαύλους, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα έχει ήδη μετακινηθεί σε άλλη σφαίρα. Τώρα, δείχνει ότι η συζήτηση περί «εγγυήσεων» έχει φύγει από το τραπέζι και η προετοιμασία έχει γίνει κοινός παρονομαστής. Κι αν η Ευρώπη φαίνεται ακόμη να κινείται με άνισες ταχύτητες, υπάρχει λογική εξήγηση. Οι χώρες της πρώτης γραμμής έχουν ήδη προχωρήσει σε συγκεκριμένα μέτρα. Η Πολωνία επαναφέρει τη στρατολόγηση, κατασκευάζει οχυρώσεις στα σύνορα και προχωρεί σε μαζικές αγορές
αρμάτων και αντιαεροπορικών από ΗΠΑ και Νότια Κορέα.
Οι Βαλτικές χώρες επενδύουν σε αποθήκες καυσίμων, πυρομαχικών και τροφίμων, αναβαθμίζουν τα
καταφύγια τους και φιλοξενούν μόνιμη παρουσία δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Η Φινλανδία επαναφέρει το δόγμα της «ολικής άμυνας» με καταφύγια για όλο τον πληθυσμό, στρατηγικά αποθέματα και εκπαίδευση εφέδρων. Η Ρουμανία ενισχύει το ναυτικό της και τις αεροπορικές βάσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, ενώ φιλοξενεί αυξημένες δυνάμεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Η Νορβηγία, τέλος, αναβαθμίζει την παρακολούθηση και την άμυνα στην Αρκτική και τον Βόρειο Ατλαντικό σε στενή συνεργασία με ΗΠΑ και Βρετανία.
Για εκείνες τις χώρες, η απειλή είναι άμεση και απτή. Οι υπόλοιπες ακολουθούν με πιο αργά βήματα, αλλά η κατεύθυνση είναι πλέον εμφανής. Η πρόσφατη συνάντηση στη Μόσχα, όπου Γάλλοι, Γερμανοί και Βρετανοί απεσταλμένοι προειδοποίησαν ότι ρωσικά αεροσκάφη ή drones που παραβιάζουν νατοϊκό εναέριο χώρο μπορεί να καταρριφθούν, ήταν η πρώτη έμπρακτη πιστοποίηση αυτής της μετάβασης: από τη ρητορική της ειρήνης στην προειδοποίηση της ισχύος.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ζυγαριά κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Δεν υπάρχουν πλέον δηλώσεις για «εγγυήσεις ασφαλείας» προς τη Μόσχα. Αντίθετα, ο πρόεδρος Τραμπ μιλά για την ικανότητα της Ουκρανίας να ανακτήσει όλα τα εδάφη της, για την προθυμία του ΝΑΤΟ να καταρρίπτει ρωσικά αεροσκάφη που παραβιάζουν τον εναέριο χώρο, ενώ η Ουάσιγκτον εξετάζει ακόμη και την αποστολή πυραύλων Tomahawk στο Κίεβο. Το μήνυμα είναι ενιαίο: η συζήτηση για διπλωματική διέξοδο έχει μείνει πίσω, και η προετοιμασία είναι ο νέος κοινός παρονομαστής. Άρα, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα προετοιμαστεί η Ευρώπη. Το ζήτημα είναι πώς θα γίνει αυτή η μετάβαση: οργανωμένα και συντονισμένα, ή άτακτα και βίαια, κάτω από την πίεση των γεγονότων. Γιατί η Ευρώπη ποτέ δεν διαλέγει τον δρόμο της από μόνη της· τον διαλέγει όταν την αναγκάζουν οι περιστάσεις. Και τότε, κάθε φορά, αλλάζει η ίδια μαζί με τον κόσμο γύρω της.
* Η Δανάη Κουμανάκου, απόφοιτος Κοινωνιολογίας και Πολιτικών Επιστημών (Παρίσι, Αθήνα), υπηρέτησε για δεκαετίες στον ελληνικό διπλωματικό κλάδο. Διετέλεσε Διευθύντρια Εθιμοτυπίας του ΥΠΕΞ (Ελληνική Προεδρία της ΕΕ, Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνας) και στη συνέχεια Γενική Διευθύντρια Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, με ενεργό συμμετοχή σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Τα τελευταία δέκα χρόνια κατείχε πρεσβευτικές θέσεις, εκπροσωπώντας την Ελλάδα με επιτυχία σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Διαθέτει ιδιαίτερη εμπειρία στα θέματα ενέργειας, καθώς και στην πολιτιστική διπλωματία.
Μιλά αγγλικά, γαλλικά, σερβικά και τουρκικά. Ζει μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου.
