Γράφει η Πρέσβειρα ε.τ. Δανάη-Μαγδαληνή Κουμανάκου*
Η Ελλάδα του 21ου αιώνα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, έναν θεσμό με διάρκεια, ικανό να απαντά στις κρίσεις πριν αυτές εκδηλωθούν, να εκπαιδεύει χωρίς να καταπιέζει, να στηρίζει χωρίς να σιωπά. Για να επιτελέσει όμως αυτόν τον ρόλο, απαιτείται και η αντίστοιχη υλική θεμελίωση. Μια υπηρεσία εξωτερικών σχέσεων δεν μπορεί να λειτουργεί με προϋπολογισμό ανεπαρκή ή δυσανάλογο προς τις αποστολές της. Η εξασφάλιση ενός επαρκούς και ποιοτικά ενισχυμένου προϋπολογισμού αποτελεί εργαλείο εθνικής ισχύος. Η επένδυση στον θεσμό συνιστά επένδυση στο μέλλον της εξωτερικής πολιτικής.
Για εκείνους που υπηρετούν καθημερινά στον μηχανισμό της εξωτερικής πολιτικής, το όραμα δεν είναι αφηρημένο. Είναι η ανάγκη να αισθάνονται μέρος ενός σχεδίου που τους περιλαμβάνει, που τους εμπιστεύεται και που τους εμπνέει. Είναι η επιθυμία να βλέπουν την επένδυση στην κατάρτισή τους να μεταφράζεται σε ευθύνη, λόγο και ρόλο. Η ελληνική διπλωματία του μέλλοντος θα είναι τόσο ισχυρή, όσο δυναμικά συνδέεται με την επαγγελματική αξιοπρέπεια και τη θεσμική φροντίδα για τα στελέχη της.
Η τεχνολογική πρόοδος και η ψηφιοποίηση υπηρεσιών, παρότι πολύτιμες, δεν αρκούν από μόνες τους. Απαιτούν παράλληλα επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, στη συσσώρευση δεξιοτήτων και στη διατήρηση της θεσμικής εμπειρίας. Ένας φορέας χωρίς λειτουργική μνήμη, χωρίς σταθερότητα στην πυραμίδα της διοίκησης και χωρίς διαφανείς μηχανισμούς ανανέωσης, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις.
Η αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης και των εργαλείων κυβερνοδιπλωματίας απαιτεί στρατηγικό πλαίσιο. Δεν υποκαθιστά τη σκέψη ούτε αυτονομείται από τη θεσμική λογοδοσία. Η τεχνολογική καινοτομία λειτουργεί ως μέσο ενίσχυσης, όχι ως αυταξία, και προϋποθέτει υποδομές, εξειδίκευση και σταθερή υποστήριξη.
Μια σύγχρονη δομή εξωτερικών σχέσεων οφείλει να είναι τεχνολογικά κυρίαρχη: ικανή να σχεδιάζει, να προστατεύει και να ελέγχει τα κρίσιμα συστήματά της, διασφαλίζοντας την ασφάλεια των πληροφοριών, την ανεξαρτησία της ανάλυσης και την αξιοπιστία των διεθνών παρεμβάσεών της. Η τεχνολογική κυριαρχία αποτελεί πλέον αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής κυριαρχίας.
Η συνεργασία μεταξύ των επιτελικών βραχιόνων που φέρουν την ευθύνη για τη διεθνή παρουσία και την αμυντική θωράκιση της χώρας συνιστά βασική προϋπόθεση σταθερότητας. Για ένα κράτος με το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας, η διάκριση ανάμεσα σε εξωτερικές και αμυντικές αποστολές έχει περισσότερο οργανωτικό παρά ουσιαστικό χαρακτήρα. Τόσο σε συνθήκες ειρήνης όσο και σε περιόδους εντάσεων, οι κρίσιμοι θεσμικοί πυλώνες πρέπει να λειτουργούν ως συμπληρωματικοί φορείς εθνικής στρατηγικής, εξασφαλίζοντας συνοχή και αξιοπιστία.
Η διπλωματική λειτουργία θεμελιώνει το πλαίσιο των συμμαχιών και της διεθνούς παρουσίας· η αποτρεπτική ικανότητα εγγυάται τη διάρκεια και την αξιοπιστία αυτής της παρουσίας. Δεν πρόκειται για διακριτούς ρόλους, αλλά για αλληλεξαρτώμενες αποστολές. Η συνδυασμένη αξιοποίηση δυνατοτήτων ενισχύει τη συνολική ισχύ και ορίζει την αναγκαία προϋπόθεση μιας σύγχρονης εθνικής στρατηγικής.
Απαιτείται, επίσης, ένα νέο αφήγημα για τον ρόλο και την αποστολή της διπλωματίας: ένα αφήγημα που δεν περιορίζεται στη διαχείριση κρίσεων ή την εκπροσώπηση, αλλά αντλεί νόημα από τη σύνδεσή της με την εσωτερική σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή και την εθνική αυτογνωσία. Μια διπλωματία που γεφυρώνει το εσωτερικό με το εξωτερικό, την παράδοση με την καινοτομία.
Αυτό το νέο αφήγημα πρέπει να εδράζεται στη δημοκρατική νομιμοποίηση, να ενισχύεται από μακροχρόνιο σχεδιασμό, να αξιοποιεί τη συσσωρευμένη εμπειρία και να διατηρεί ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία. Η εξωτερική πολιτική αποτελεί δημόσια λειτουργία με ευθύνη διαγενεακή και αποτύπωμα διαρκές.
Σε αυτή τη θεσμική εξίσωση, ο αντιπροσωπευτικός θεσμός της δημοκρατίας καλείται να συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση και την αξιολόγηση των στρατηγικών προτεραιοτήτων, διασφαλίζοντας τη συνέχεια του σχεδιασμού και την ποιότητα της εφαρμογής.
Η οικοδόμηση του μέλλοντος της ελληνικής διπλωματίας αποτελεί εθνικό στοίχημα. Αφορά τη θέση της χώρας στον κόσμο, τη φωνή της σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα, την ικανότητά της να διαπραγματεύεται, να αποτρέπει και να εμπνέει.
Στον 21ο αιώνα, όπου οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη και οι σταθερές επαναπροσδιορίζονται, η Ελλάδα χρειάζεται να ασκεί εξωτερική πολιτική με όραμα και θεσμική συνέχεια. Όραμα που εδράζεται σε ανθρώπινο δυναμικό, στρατηγικές συνέργειες, δημοκρατική λογοδοσία και θεσμική υποστήριξη.
Η διπλωματία μιας χώρας μικρής σε μέγεθος αλλά μεγάλης σε ιστορία, εμπνέεται από το εθνικό μέτρο και εμπνέει με την ήρεμη δύναμή της — με πυξίδα τη συνέχεια και ορίζοντα το διεθνές κύρος.
* Η Δανάη Κουμανάκου, απόφοιτος Κοινωνιολογίας και Πολιτικών Επιστημών (Παρίσι, Αθήνα), υπηρέτησε για δεκαετίες στον ελληνικό διπλωματικό κλάδο. Διετέλεσε Διευθύντρια Εθιμοτυπίας του ΥΠΕΞ (Ελληνική Προεδρία της ΕΕ, Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνας) και στη συνέχεια Γενική Διευθύντρια Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, με ενεργό συμμετοχή σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Τα τελευταία δέκα χρόνια κατείχε πρεσβευτικές θέσεις, εκπροσωπώντας την Ελλάδα με επιτυχία σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Διαθέτει ιδιαίτερη εμπειρία στα θέματα ενέργειας, καθώς και στην πολιτιστική διπλωματία.
Μιλά αγγλικά, γαλλικά, σερβικά και τουρκικά. Ζει μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου.
