Η Άγκυρα μετά τη Σύνοδο: όσα δεν ειπώθηκαν δυνατά

Γράφει ο Δημήτριος Καρκαμάνης*

Η 36η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ ολοκληρώθηκε στην Άγκυρα στις 7-8 Ιουλίου με τις εικόνες που όλοι περιμέναμε: χειραψίες, φιλοφρονήσεις, δεσμεύσεις για αύξηση αμυντικών δαπανών, νέα προγράμματα εξοπλισμών ύψους άνω των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, και μια δημόσια «χημεία» ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν που ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος περιέγραψε ως «τεράστια ενότητα».

Ο Ερντογάν, από την πλευρά του, ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον αίρει σε μεγάλο βαθμό τις κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας και ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πώλησης F-35, «ανάλογα με το πόσο καλός σύμμαχος» αποδεικνύεται η Άγκυρα.

Πίσω όμως από τη σκηνοθεσία της φιλίας, υπάρχει ένα κεφάλαιο που ελάχιστα ειπώθηκε δυνατά στις αίθουσες της Συνόδου: τις εβδομάδες πριν από τη συνάντηση, οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν πάνω από διακόσια άτομα στην Άγκυρα, επικαλούμενες αντιτρομοκρατική νομοθεσία. Ανάμεσά τους, στελέχη και εθελοντές του Ιδρύματος ΤΕΜΑ, του γνωστότερου περιβαλλοντικού οργανισμού της Τουρκίας, αφιερωμένου στην αναδάσωση, πολλοί από αυτούς άνθρωποι 60, 70, ακόμη και 79 ετών, που είχαν απλώς συμμετάσχει σε μια εκδρομή παρατήρησης πουλιών. Συνελήφθησαν επίσης δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί, δικηγόροι, συνδικαλιστές και ακτιβιστές. Ο κυβερνήτης της Άγκυρας είχε απαγορεύσει, παραμονές των συλλήψεων, κάθε δημόσια συγκέντρωση και διαδήλωση για δεκατρείς ημέρες, «για λόγους ασφαλείας» εν όψει της Συνόδου, παρότι η εισαγγελία απέφυγε να συνδέσει επίσημα τις διώξεις με το ΝΑΤΟ.

Η Human Rights Watch μίλησε για «αδίστακτη μισαλλοδοξία» απέναντι στην ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι. Οργανώσεις όπως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα καταδίκασαν τις διώξεις εναντίον δημοσιογράφων. Κανένας, όμως, από τους ηγέτες που κάθισαν στο ίδιο τραπέζι με τον Ερντογάν, από την Ουάσιγκτον έως το Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Στοκχόλμη, δεν αφιέρωσε ουσιαστικό λόγο δημόσια σε αυτό το ζήτημα κατά τη διάρκεια της Συνόδου.

Μια σχέση ασυμμετρίας

Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τη λογική πίσω από αυτή τη σιωπή. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952, διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας και μια αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, ενώ η γεωγραφική της θέση, στη συμβολή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Καυκάσου, την καθιστά αναντικατάστατη σε επίπεδο υποδομών και ελέγχου των στενών. Σε μια στιγμή όπου ο Αμερικανός πρόεδρος απειλεί ανοιχτά να αποσύρει δυνάμεις από την Ευρώπη, να αμφισβητήσει τις εγγυήσεις ασφαλείας και διεκδικεί ακόμη και τη Γροιλανδία, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες φαίνεται να θεωρούν τον άνδρα της Άγκυρας έναν χρήσιμο εναλλακτικό πυλώνα σταθερότητας, και ταυτόχρονα αποφεύγουν οτιδήποτε θα μπορούσε να ερεθίσει είτε τον Ερντογάν είτε τον Τραμπ, ο οποίος, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, δέχθηκε τελικά να παραστεί στη Σύνοδο μετά από προσωπική παρότρυνση του Τούρκου προέδρου.

Το ερώτημα που αξίζει να τεθεί, ιδίως από ελληνική σκοπιά, είναι αν αυτή η λογική είναι πράγματι ρεαλισμός ή αν συνιστά μια επικίνδυνη υποτίμηση του τι σημαίνει, μακροπρόθεσμα, μια Συμμαχία που δηλώνει ότι βασίζεται σε κοινές αξίες ελευθερίας και δημοκρατίας, αλλά επιλέγει να μη μιλήσει όταν ένας σύμμαχος φυλακίζει συνταξιούχους δενδροφύτευσης, κωμικούς και δημοσιογράφους στο όνομα της «τρομοκρατίας», λίγες μέρες πριν φιλοξενήσει τους ίδιους τους ηγέτες που υποτίθεται υπερασπίζονται αυτές τις αξίες.

Γιατί αυτό αφορά και την Ελλάδα

Για την Αθήνα, το ζήτημα δεν είναι απλώς αφηρημένη αρχή. Μια Τουρκία όπου η έννομη τάξη λειτουργεί ολοένα πιο εργαλειακά, όπου η αντιπολίτευση περιορίζεται συστηματικά και η κριτική φωνή ποινικοποιείται, δεν είναι απαραίτητα πιο προβλέψιμος ή πιο ασφαλής γείτονας. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι η εσωτερική συγκέντρωση εξουσίας στην Άγκυρα συχνά συνοδεύεται από πιο επιθετική εξωτερική ρητορική, απέναντι στο Αιγαίο, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς η εθνικιστική αφήγηση χρησιμεύει και ως εργαλείο εσωτερικής νομιμοποίησης. Μια Δύση που αγνοεί συστηματικά την εσωτερική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας, προκειμένου να μην «ενοχλήσει» έναν σύμμαχο-κλειδί, στέλνει έμμεσα ένα μήνυμα: ότι η συμπεριφορά αυτή δεν έχει πραγματικό κόστος, ούτε στο εσωτερικό μέτωπο ούτε στο εξωτερικό.

Ταυτόχρονα, θα ήταν λάθος η ελληνική οπτική να μετατραπεί σε απλή καταγγελία.
Η Τουρκία παραμένει σύμμαχος εντός ΝΑΤΟ, με τον οποίο η Ελλάδα οφείλει να διαχειρίζεται μια πολύπλοκη, συχνά αντιφατική σχέση αποτροπής και διαύλων επικοινωνίας. Το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να «τιμωρηθεί» η Τουρκία μέσα στη Συμμαχία, κάτι τέτοιο ούτε ρεαλιστικό είναι ούτε προς το ελληνικό συμφέρον, αλλά αν η Δύση συνολικά, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, έχει το θάρρος να ονομάζει τα πράγματα με το όνομά τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ρήξη.

Μια Συμμαχία που αναζητά τον εαυτό της

Η Σύνοδος της Άγκυρας ανέδειξε, πέρα από το ζήτημα των συλλήψεων, μια βαθύτερη αλήθεια: το ΝΑΤΟ βρίσκεται σε μια περίοδο αναδιάταξης όπου η στρατιωτική συνοχή, η επιχειρησιακή συνεργασία στο πεδίο, η ολοκλήρωση αεράμυνας, οι νέες δεσμεύσεις δαπανών, προχωρά, ενώ η πολιτική και αξιακή συνοχή παραμένει εύθραυστη.
Ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποίησε μεγάλο μέρος της παρουσίας του για να επικρίνει ευρωπαϊκούς συμμάχους, ενώ επαίνεσε ανοιχτά τον οικοδεσπότη του.
Αυτή η ασυμμετρία δεν περνά απαρατήρητη.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι η Συμμαχία πρέπει να στραφεί εναντίον της Τουρκίας, ούτε ότι η στρατηγική σημασία της Άγκυρας είναι επινόηση. Είναι ότι μια Συμμαχία δημοκρατιών δεν μπορεί επ’ αόριστον να αντιμετωπίζει την εσωτερική καταστολή ενός μέλους ως ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας, χωρίς αυτό να ροκανίζει, σιγά-σιγά, την ίδια την ταυτότητα που τη διαφοροποιεί από μια απλή στρατιωτική συμμαχία συμφερόντων.

Οι πολιτικοί κρατούμενοι της Άγκυρας, οι συνταξιούχοι δενδροφύτευσης, οι δημοσιογράφοι, ο κωμικός που κατηγορήθηκε επειδή αποκάλεσε τον Πρόεδρο «δικτάτορα», δεν αποτελούν λεπτομέρεια. Είναι το τεστ αν οι λέξεις «κοινές αξίες» εξακολουθούν να σημαίνουν κάτι, ή αν έχουν απομείνει απλώς μια διακοσμητική φράση στις τελικές διακηρύξεις των Συνόδων.

*Ο Δημήτριος Καρκαμάνης είναι οικονομολόγος και πολιτικός επιστήμων, πρώην πανεπιστημιακός και ανώτερος ερευνητής (Senior Research Fellow) στο Swedish National Defence Research Institute – Swedish Defence Research Agency, πρώην Ανώτερος Αξιωματούχος (Senior Officer) στο Αρχηγείο των Σουηδικών Ενόπλων Δυνάμεων (Swedish Armed Forces Headquarters), πρ. οικονομικός υπεύθυνος της Σουηδικής Πολεμικής Αεροπορίας (Swedish Air Force), καθώς και οικονομικός υπεύθυνος του αεροναυπηγικού προγράμματος JAS-39 “Gripen” (το σουηδικό μαχητικό αεροσκάφος 4+, και τώρα 4,5, γενιάς) στο Γενικό Επιτελείο της Σουηδικής Πολεμικής Αεροπορίας στη Στοκχόλμη.