Σουηδία: Λίγο πριν από τις εκλογές, όλα παραμένουν ανοιχτά

Γράφει ο Δημήτριος Καρκαμάνης*

Οι Liberalerna κρατούν το «κλειδί» της εξουσίας – Το δύσκολο πολιτικό σταυρόλεξο της Μαγκνταλένα Άντερσον

Ελάχιστες ημέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου, η Σουηδία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πραγματικό εκλογικό θρίλερ.

Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, η επιστροφή της Μαγκνταλένα Άντερσον στην πρωθυπουργία έμοιαζε σχεδόν βέβαιη. Η κεντροαριστερά προηγούνταν με περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες και η νίκη της αντιπολίτευσης θεωρούνταν από πολλούς αναλυτές εξαιρετικά πιθανή.

Σήμερα, ωστόσο, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η τελευταία δημοσκόπηση της Novus, η οποία δημοσιεύθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου, δίνει στα κόμματα της κεντροαριστεράς 50,3%, έναντι 47,9% για τα κόμματα της κυβερνητικής πλευράς και τους Sverigedemokraterna. Η διαφορά περιορίζεται, συνεπώς, στις 2,4 μονάδες.

Το προβάδισμα αυτό μπορεί να αποδειχθεί αρκετό για μια εκλογική νίκη. Μπορεί, όμως, και να εξαφανιστεί μέσα στις τελευταίες ημέρες. Υπάρχει, μάλιστα, ένας πολιτικός παράγοντας που ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικός: οι Liberalerna.

Το κόμμα του 4% που μπορεί να κρίνει την κυβέρνηση

Η Novus καταγράφει σήμερα τα εξής ποσοστά:
· Socialdemokraterna (S): 27,0%
· Sverigedemokraterna (SD): 19,7%
· Moderaterna (M): 17,9%
· Vänsterpartiet (V): 7,8%
· Miljöpartiet (MP): 7,8%
· Centerpartiet (C): 7,7%
· Kristdemokraterna (KD): 6,0%
· Liberalerna (L): 4,3%

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο δεν είναι το ποσοστό των Socialdemokraterna, αλλά το 4,3% των Liberalerna. Ο λόγος είναι ότι στη Σουηδία ισχύει όριο 4% για την είσοδο στη Riksdag. Οι Liberalerna βρίσκονταν μόλις στο 3,3% στην προηγούμενη μέτρηση. Η άνοδος στο 4,3% αποτελεί, συνεπώς, σημαντική πολιτική εξέλιξη. Και δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαία.

Σε μεγάλο βαθμό, πρόκειται για stödröster, δηλαδή για στρατηγικές ψήφους. Ψηφοφόροι των Moderaterna και των Kristdemokraterna ενδέχεται να μετακινούνται προσωρινά προς τους Liberalerna, όχι επειδή έγιναν ξαφνικά φιλελεύθεροι, αλλά επειδή θέλουν να διασφαλίσουν ότι το κόμμα θα περάσει το όριο του 4%.

Το σκεπτικό είναι απλό: «Εάν θέλω να παραμείνει στην εξουσία η σημερινή κεντροδεξιά κυβέρνηση, πρέπει να βοηθήσω τους Liberalerna να εισέλθουν στη Riksdag». Επομένως, ένα κόμμα που κινείται γύρω από το 4% μπορεί να ασκεί επιρροή δυσανάλογη προς το εκλογικό του μέγεθος.

Δύο πλευρές, αλλά όχι δύο συμπαγείς συνασπισμοί

Η σημερινή πολιτική γεωγραφία της Σουηδίας είναι πιο σύνθετη από ένα απλό δίπολο «δεξιά εναντίον αριστεράς».
Στη μία πλευρά βρίσκονται οι Socialdemokraterna της Μαγκνταλένα Άντερσον, μαζί με τους Vänsterpartiet, Miljöpartiet και Centerpartiet.
Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι Moderaterna του πρωθυπουργού Ουλφ Κρίστερσον, οι Kristdemokraterna και οι Liberalerna, με τους Sverigedemokraterna να αποτελούν τον κρίσιμο κοινοβουλευτικό εταίρο της σημερινής κυβέρνησης.

Η σημαντικότερη πολιτική αλλαγή των τελευταίων ετών είναι ότι οι Sverigedemokraterna, ένα κόμμα που για πολλά χρόνια βρισκόταν στο πολιτικό περιθώριο, έχουν μετατραπεί σε βασικό παράγοντα της σουηδικής διακυβέρνησης. Τώρα, μάλιστα, τίθεται για πρώτη φορά ακόμη και το ενδεχόμενο να συμμετάσχουν άμεσα σε κυβέρνηση μετά τις εκλογές.
Αυτό θα αποτελούσε ιστορική αλλαγή για τη Σουηδία.

Τι χωρίζει πραγματικά τις δύο πλευρές;

Οι σημαντικότερες διαφορές αφορούν τη μετανάστευση, την εγκληματικότητα, τη φορολογία και τον ρόλο του κράτους.

Η κυβέρνηση Κρίστερσον έχει υιοθετήσει σαφώς αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική. Η Σουηδία έχει πλέον περιορίσει δραστικά την εισροή νέων αιτούντων άσυλο, ενώ η κυβέρνηση έχει θεσπίσει ακόμη και οικονομικά κίνητρα για την οικειοθελή επιστροφή μεταναστών στις χώρες προέλευσής τους. Από τον Ιανουάριο του 2026 προσφέρεται σε ορισμένους μη Ευρωπαίους κατόχους άδειας διαμονής ποσό έως και 350.000 σουηδικές κορώνες, προκειμένου να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση των εγκληματικών συμμοριών και στην αυστηροποίηση των ποινών. Η κεντροαριστερά δεν προτείνει πλέον την παλαιότερη, περισσότερο φιλελεύθερη μεταναστευτική πολιτική των προηγούμενων δεκαετιών. Οι Socialdemokraterna έχουν επίσης μετακινηθεί προς αυστηρότερη γραμμή. Η βασική διαφορά αφορά περισσότερο το πόσο μακριά πρέπει να φθάσει αυτή η πολιτική και ποιο κόστος συνεπάγεται για το κοινωνικό κράτος και την κοινωνική συνοχή.

Η Μαγκνταλένα Άντερσον και ο Ουλφ Κρίστερσον κατά τη διάρκεια του προεκλογικού ντιμπέιτ της σουηδικής κρατικής τηλεόρασης.

Άντερσον: κράτος πρόνοιας και νέα πράσινη βιομηχανική πολιτική

Η Μαγκνταλένα Άντερσον επιχειρεί να παρουσιάσει ένα διαφορετικό όραμα για τη Σουηδία. Δεν μιλά μόνο για την προστασία του välfärdsstaten – του σουηδικού κοινωνικού κράτους. Μιλά επίσης για μια νέα βιομηχανική αναγέννηση.

Η Σουηδία, υποστηρίζει, διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: φθηνή και καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, υδροηλεκτρική παραγωγή, ισχυρή βιομηχανική βάση, τεχνολογική τεχνογνωσία και μεγάλες δυνατότητες στην πράσινη μετάβαση.

Η Άντερσον θέλει η χώρα να ανακτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραγωγή χάλυβα χωρίς ορυκτά καύσιμα, στην πράσινη μεταλλουργία, στην εξηλεκτρισμένη βιομηχανία και στις νέες τεχνολογίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρουσιάζει αυτή την πολιτική όχι μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και ως στρατηγική για την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ανάπτυξη της Σουηδίας. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η σουηδική Σοσιαλδημοκρατία δεν επιχειρεί απλώς να επιστρέψει στο παρελθόν. Προσπαθεί να διαμορφώσει μια νέα σύνθεση ανάμεσα στο κοινωνικό κράτος, τη βιομηχανική ανάπτυξη και την πράσινη μετάβαση.

Ωστόσο, εδώ ανακύπτει ένα σοβαρό ερώτημα

Η επιχειρηματική κοινότητα εκφράζει ανησυχίες. Ο Γιάκομπ Βάλενμπεργκ, μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες της σουηδικής οικονομίας, προειδοποίησε ότι τα σχέδια της αντιπολίτευσης για υψηλότερη φορολογία στον πλούτο, τις κληρονομιές, τις τράπεζες και τις αποταμιεύσεις θα μπορούσαν να επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα της χώρας.

Το επιχείρημα είναι ότι η επιτυχία της Σουηδίας βασίστηκε επί δεκαετίες σε έναν σχετικά ευρύ συμβιβασμό ανάμεσα στο κοινωνικό κράτος και σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική, εξωστρεφή οικονομία. Το ερώτημα είναι αν η νέα Σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσει να διατηρήσει αυτή την ισορροπία.

Το πραγματικό πρόβλημα της Άντερσον αρχίζει μετά τη νίκη

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα των εκλογών. Η Μαγκνταλένα Άντερσον μπορεί να κερδίσει τις εκλογές και, παρ’ όλα αυτά, να αντιμετωπίσει εξαιρετικά μεγάλες δυσκολίες στη διακυβέρνηση.

Γιατί; Επειδή το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος μπορεί να συγκροτήσει λειτουργική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Και εδώ αναδεικνύεται το παράδοξο των Centerpartiet και Vänsterpartiet.

Centerpartiet και Vänsterpartiet: ο δύσκολος πολιτικός συμβιβασμός

Το Centerpartiet κινείται σήμερα περίπου στο 8%. Το Vänsterpartiet βρίσκεται επίσης περίπου στο 8%. Ωστόσο, τα δύο κόμματα απέχουν σημαντικά μεταξύ τους σε οικονομικά και ιδεολογικά ζητήματα.
Το Centerpartiet είναι φιλελεύθερο, φιλοευρωπαϊκό και έντονα προσανατολισμένο προς την επιχειρηματικότητα, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την περιφέρεια.
Το Vänsterpartiet είναι σαφώς πιο αριστερό, με μεγαλύτερη έμφαση στην αναδιανομή εισοδήματος, στη φορολογία του πλούτου και στην ενίσχυση του δημόσιου τομέα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι πολιτικό: Το Vänsterpartiet επιθυμεί να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Το Centerpartiet δεν επιθυμεί κυβέρνηση με το Vänsterpartiet. Αυτό καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο τον σχηματισμό μιας κλασικής «κόκκινο-πράσινης» κυβέρνησης S–V–MP–C.

Τα κόμματα μπορούν να συνεργαστούν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Μπορούν να υπερψηφίσουν από κοινού έναν προϋπολογισμό ή συγκεκριμένα νομοσχέδια. Ωστόσο, άλλο είναι η κοινοβουλευτική συνεργασία και άλλο η συμμετοχή στην ίδια κυβέρνηση.

Το Centerpartiet μπορεί να αναδειχθεί στον πραγματικό ρυθμιστή

Αυτό είναι ίσως το λιγότερο συζητημένο, αλλά σημαντικότερο, στοιχείο της εκλογικής αναμέτρησης. Το Centerpartiet δεν είναι το μεγαλύτερο κόμμα. Μπορεί, όμως, να γίνει το κόμμα που θα αποφασίσει ποια κυβέρνηση θα σχηματιστεί. Η ηγεσία του έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης κυβέρνησης του Κέντρου, ακόμη και με συμμετοχή των Socialdemokraterna, Miljöpartiet και Kristdemokraterna.

Σήμερα, ένα τέτοιο σενάριο μοιάζει δύσκολο. Μετά τις εκλογές, όμως, όταν ξεκινήσει η διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης, οι πολιτικές κόκκινες γραμμές ενδέχεται να καταστούν περισσότερο διαπραγματεύσιμες.

Και τι γίνεται με τους Liberalerna;

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία. Οι Liberalerna είναι ίσως το πιο αδύναμο από τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να αποδειχθούν ένα από τα σημαντικότερα. Εάν συγκεντρώσουν 4,3% ή περισσότερο, θα παραμείνουν στη Riksdag και θα ενισχύσουν την κεντροδεξιά πλευρά. Εάν υποχωρήσουν κάτω από το 4%, οι 16 έδρες που κατέχουν σήμερα θα χαθούν και η κοινοβουλευτική αριθμητική της δεξιάς πλευράς θα καταστεί πολύ δυσκολότερη. Η πρόσφατη άνοδος των Liberalerna δείχνει ότι οι ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται πλέον αυτή την αριθμητική.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η απάντηση στο ερώτημα γιατί ένα κόμμα που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες βρισκόταν κάτω από το όριο εμφανίζεται ξαφνικά στο 4,3%. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ψήφο ενθουσιασμού. Πρόκειται για ψήφο στρατηγικής.

Η δική μου εκτίμηση

Εάν έπρεπε σήμερα, 11 Σεπτεμβρίου, να προβλέψω το αποτέλεσμα, θα εξακολουθούσα να θεωρώ ελαφρώς πιθανότερο τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τη Μαγκνταλένα Άντερσον. Ωστόσο, η βεβαιότητα που υπήρχε πριν από μερικές εβδομάδες έχει πλέον εξαφανιστεί. Η τελευταία δημοσκόπηση της Novus δείχνει ότι η διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών είναι μόλις 2,4 μονάδες.

Πρέπει, επίσης, να θυμόμαστε ότι οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν προβλέψεις του εκλογικού αποτελέσματος. Οι τελευταίες ημέρες της προεκλογικής περιόδου μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές. Ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου η στρατηγική ψήφος υπέρ μικρών κομμάτων μπορεί να μεταβάλει την κατανομή των 349 εδρών της Riksdag.

Τι θα παρακολουθούσα το βράδυ της Κυριακής

Θα έδινα ιδιαίτερη προσοχή σε τρία ποσοστά:
Πρώτον: Liberalerna. Πάνω ή κάτω από το 4%;
Δεύτερον: Centerpartiet. Όσο ισχυρότερο είναι το C, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η δυνατότητά του να επιβάλει τους όρους του στον σχηματισμό κυβέρνησης.
Τρίτον: Vänsterpartiet. Εάν το V ενισχυθεί σημαντικά, η Άντερσον θα εξαρτάται περισσότερο από αυτό. Ταυτόχρονα, όμως, θα δυσκολέψει η συνεργασία με το Centerpartiet.

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο σουηδικό πολιτικό παράδοξο: Η Μαγκνταλένα Άντερσον μπορεί να χρειάζεται ταυτόχρονα το V και το C, ενώ το V και το C δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν στην ίδια κυβέρνηση.

Και η μεγάλη εικόνα

Οι εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου δεν αποτελούν απλώς μια αναμέτρηση μεταξύ της Μαγκνταλένα Άντερσον και του Ουλφ Κρίστερσον. Είναι μια μάχη για την πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η Σουηδία τα επόμενα χρόνια.

Θα συνεχιστεί η αυστηρή πολιτική για τη μετανάστευση και την εγκληματικότητα;
Θα ενισχυθεί περαιτέρω η πυρηνική ενέργεια;
Θα συνεχιστεί το μοντέλο της συνεργασίας του Tidö με τους Sverigedemokraterna ή θα επιστρέψουν οι Socialdemokraterna στην εξουσία;
Και, εάν επιστρέψουν, θα μπορέσουν να σχηματίσουν σταθερή κυβέρνηση;

Κατά τη γνώμη μου, το τελευταίο ερώτημα είναι ίσως το σημαντικότερο.
Γιατί το να κερδίσει κανείς τις εκλογές είναι ένα πράγμα.
Το να μπορεί να κυβερνήσει είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Και αυτή τη στιγμή, τέσσερις ημέρες πριν από την κάλπη, η Σουηδία δεν γνωρίζει ακόμη ούτε ποιος θα κερδίσει ούτε —και αυτό είναι ίσως ακόμη πιο σημαντικό— ποιος θα μπορέσει τελικά να κυβερνήσει.

Η Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου μπορεί να δώσει την απάντηση.
Ή, όπως συμβαίνει συχνά στη σουηδική πολιτική, μπορεί απλώς να ανοίξει τον δρόμο για μερικές ιδιαίτερα δύσκολες εβδομάδες διαπραγματεύσεων.

___

*) Ο Δημήτριος Καρκαμάνης είναι…