Μείζον θέμα λειτουργίας της ΕΕ ανοίγει το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας

Γράφει ο Γιάννης Κουτσομύτης

Με μια απόφαση που αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας (BVerfG) αποφάσισε την Τρίτη ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης PSPP (Public Sector Purchase Programme), το οποίο εφαρμόζεται τα τελευταία πέντε χρόνια, εκφεύγει των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παρότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο γνωμοδότησε ρητά από τον Δεκέμβριο του 2018 ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Οι Γερμανοί συνταγματικοί δικαστές αμφισβητούν ευθέως όχι μόνο τη συγκεκριμένη γνωμοδότηση, αλλά και αυτήν την ίδια τη θεσμική αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να είναι εκείνο αποκλειστικά αρμόδιο για υποθέσεις που αφορούν ευρωπαϊκούς θεσμούς και όργανα.

Με την απόφασή του το BVerfG καλεί την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να τεκμηριώσει εγγράφως προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας εντός 90 ημερών την ανάγκη ύπαρξης αυτού του προγράμματος, που αφορά στην εξαγορά από τη δευτερογενή αγορά κρατικών ομολόγων των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Οι Γερμανοί δικαστές ισχυρίζονται ότι η ΕΚΤ δεν έχει δικαιολογήσει το πως υπηρετείται με το πρόγραμμα PSPP ο σκοπός της Κεντρικής Τράπεζας που είναι μόνο ο έλεγχος του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη. Οι ενάγοντες ενώπιον του BVerfG ισχυρίζονταν ότι η ΕΚΤ, πρώτον παραβίασε την Ευρωπαϊκή Συνθήκη, η οποία απαγορεύει ρητά τη νομισματική χρηματοδότηση κρατών-μελών της Ευρωζώνης (Άρθρο 123 ΣΛΕΕ), και δεύτερον την αρχή της επικουρικότητας (Άρθρο 5, παρ. 1 ΣΕΕ, σε συνδυασμό με τα Άρθρα 119 και 127 ΣΛΕΕ). Με την απόφασή του το BVerfG απέρριψε τον πρώτο ισχυρισμό και έκανε εν μέρει δεκτό τον δεύτερο.

Μείζον ζήτημα

Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας δεν αποτελεί απλά μια αμφισβήτηση της νομιμότητας του πλέον σημαντικού από τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης αλλά πρόκειται για μια βόμβα στα θεμέλια της ίδια της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η απόφαση λέει ευθαρσώς ότι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν αποτελούν θέσφατο αλλά μπορούν να κριθούν για την ορθότητά τους από τα εθνικά δικαστήρια. Το ‘χαριτωμένο’ της υπόθεσης είναι πως οι Γερμανοί ανώτατοι δικαστές μπορεί να αμφισβητήσει ολόκληρη τη λειτουργία της Ένωσης, καθώς κάθε εθνικό ανώτατο δικαστήριο θα μπορούσε να επικαλεστεί οποιαδήποτε δικαιολογία και να αμφισβητήσει στα εθνικά του όρια όποια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν του αρέσει. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία οι ανώτατοι δικαστές διορίζονται πλέον από τις κυβερνήσεις τους, οι οποίες έχουν κάθε συμφέρον να αμφισβητούν τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καταδικάζουν την παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου από τις συγκεκριμένες Κυβερνήσεις. Πρακτικά δηλαδή, κάθε χώρα θα μπορεί στην πράξη με μια απόφαση του εθνικού της συνταγματικού δικαστηρίου να αμφισβητεί αποφάσεις του ΕΔ που δεν είναι αρεστές και να μπορεί έτσι να παραβιάζει ανεξέλεγκτα το ευρωπαϊκό δίκαιο. Θα πρόκειται για το τελευταίο πριν από τη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μια άλλη επίσης ‘χαριτωμένη’ συνέπεια της απόφασης του BVerG είναι πως δικαιώνει ηθικά τους οπαδούς του Brexit, οι οποίοι είχαν κάνει κόκκινη σημαία το ζήτημα της υπερίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επί του εθνικού βρετανικού δικαίου. Το πράγμα οδηγείται δε σε γελοίες καταστάσεις, αφού στις διαπραγματεύσεις της ΕΕ με τη Βρετανία για το μετά το Brexit καθεστώς, η Ένωση έχει θέσει ως απαράβατο όρο την κατίσχυση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έναντι των βρετανικών δικαστηρίων. Με ποιό ηθικό έρεισμα μπορεί πλέον να απαιτεί κάτι τέτοιο η Ένωση από ένα κράτος που δεν είναι μέλος της, όταν τα ίδια τα κράτη-μέλη της το αμφισβητούν;

Η επόμενη μέρα

Μετά από αυτήν την αντιευρωπαϊκή απόφαση των Γερμανών ανώτατων δικαστών, είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ποιά θα είναι η επόμενη μέρα. Όχι μόνο του συγκεκριμένου προγράμματος πιστωτικής επέκτασης, αλλά συνολικά της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Εάν η ΕΚΤ αποδεχθεί τον όρο του BVerG και υποβάλλει αναλυτικές εξηγήσεις στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας, ουσιαστικά θα έχει απωλέσει την ανεξαρτησία της και θα έχει ακυρώσει ένα μεγάλο μέρος της λειτουργίας της. Εάν για κάθε απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ευρωζώνης δεν θα αρκεί η έγκριση από το Διοικητικό της Συμβούλιο αλλά θα πρέπει να προηγείται έγκριση από τα Διοικητικά Συμβούλια όλων των Κεντρικών Τραπεζών των 19 κρατών-μελών αλλά και προέγκριση από 19 συνταγματικά δικαστηρία, τότε μπορούμε απλά να διαλυθούμε ησύχως για να μην κουράζουμε άδικα και τους πολίτες μας.